Οι Βούδες με τους ελληνικούς χιτώνες

Ένα μουσείο στο Ιόνιο "μιλάει" για την Ασία

Υπάρχει ένα νησί στο Ιόνιο Πέλαγος, όπου η άγρια πέτρα των Ιμαλαΐων διηγείται καθημερινά την πανάρχαια ιστορία για το πέρασμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου από την Ινδία. Εκεί, τα γλυπτά του Βούδα δεν μοιάζουν με τα συνηθισμένα: φορούν ελληνικό χιτώνα και έχουν τη χαρακτηριστική κυματιστή κόμη ενός Απόλλωνα ή ενός Διόνυσου.

Τα ιδιόμορφα αυτά γλυπτά, δείγματα της ελληνοβουδιστικής τεχνοτροπίας, της "Gandhara" (Γκαντάρα) που αναπτύχθηκε μεταξύ του 1ου και του 6ου αιώνα, έφτασαν στην Κέρκυρα, κάνοντας ένα μακρύ ταξίδι από τα οροπέδια της Ασίας μέχρι την Ευρώπη: αφετηρία τους η αρχαία Γκαντάρα, που σήμερα περιλαμβάνει το ανατολικό Αφγανιστάν, τμήμα του Πακιστάν, τη δυτική Πενταποταμία (Παντζάμπ) και το Κασμίρ.
Στο νησί των Φαιάκων, οι πέτρινοι Βούδες "συνορεύουν" με δύο
ANA-MPA


ανεκτίμητα παραβάν του 17ου αιώνα, που κάποτε στόλιζαν το Μεγάλο Παλάτι των Σαμουράι της Ιαπωνίας, το κατεστραμμένο από μια μεγάλη πυρκαγιά.

Δίπλα τους, ένα ακόμη ανεκτίμητο κειμήλιο για τους Ιάπωνες: μια βεντάλια ζωγραφισμένη τον 18ο αιώνα από τον Τοσουσάι Σαράκου, εθνικό ζωγράφο της χώρας, του οποίου έχουν διασωθεί μόλις δύο ζωγραφικά έργα σε ολόκληρο τον κόσμο και το ένα -αυτή ακριβώς η βεντάλια- βρίσκεται στην Κέρκυρα (τα υπόλοιπα διασωθέντα έργα του έχουν δημιουργηθεί με την τεχνική του "τυπώματος").

Τα αντικείμενα αυτά, μαζί με άλλα 13.000 περίπου, φυλάσσονται στο -ιδρυθέν το 1927- Μουσείο Ασιατικής Τέχνης της Κέρκυρας, και προσελκύουν κάθε χρόνο περίπου 20.000 επισκέπτες, αριθμός που αναμένεται να φτάσει φέτος τα 45.000 άτομα, όπως δήλωσε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η διευθύντρια του μουσείου, αρχαιολόγος Δέσποινα Ζερνιώτη.

Το μουσείο, που φιλοξενεί, επίσης, αντικείμενα από Κίνα, Νεπάλ, Θιβέτ, Καμπότζη και Σιάμ, προερχόμενα όλα από ιδιωτικές συλλογές, στεγάζεται στα επιβλητικά ανάκτορα του Αρχάγγελου Μιχαήλ και του Αγίου Γεωργίου, στο σημαντικότερο οικοδόμημα της περιόδου της Αγγλοκρατίας στα Επτάνησα, ρυθμού της περιόδου της Αντιβασιλείας και κατασκευασμένο από πωρόλιθο Μάλτας.

Οι περισσότεροι Έλληνες δεν γνωρίζουν την ύπαρξη του μουσείου. Πολλοί Ινδοί και Ιάπωνες, όμως, το γνωρίζουν καλά. Ο Ντίλιπ Σίνχα, πρέσβης της Ινδίας στην Ελλάδα, αναφέρθηκε στο μουσείο και στα εκθέματα της Γκαντάρα που φιλοξενεί, επ΄ ευκαιρία της παρουσίας του στη Θεσσαλονίκη για τη συμμετοχή της Ινδίας ως τιμώμενης χώρας στην 74η ΔΕΘ. Προέτρεψε, μάλιστα, τους παρευρισκόμενους να επισκεφτούν το σημαντικό αυτό μουσείο.

"Η Γκαντάρα αποτελεί μίξη ινδικής και αρχαίας ελληνικής τέχνης. Μπορεί κανένας να μη δημιουργεί πια μ' αυτή την τεχνοτροπία, αλλά είναι γνωστή και δημοφιλής σ' όλη την Ινδία", δήλωσε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Κ.Ρουτ, γενικός διευθυντής του Οργανισμού Προώθησης Εξαγωγών της Ινδίας, επ΄ ευκαιρία της παρουσίας του στη Θεσσαλονίκη για την 74η ΔΕΘ.

Όπως εξηγεί η κα Ζερνιώτη, το μουσείο έχει στην κατοχή του 30 αντικείμενα της "Γκαντάρα", εκ των οποίων εκτίθενται τα 18. Η ελληνιστική επιρροή στα γλυπτά της συγκεκριμένης τεχνοτροπίας δεν αναλώνεται στα πτυχωτά ενδύματα που θυμίζουν ελληνικούς χιτώνες, ούτε στο ελληνικό χτένισμα του Βούδα, με τα κυματιστά μαλλιά δεμένα σε κόρυμβο. Φτερωτοί άτλαντες, ερωτιδείς, μαίανδροι και έλικες, κορινθιακά και ιωνικά κιονόκρανα, αμπέλια και φύλλα ακάνθου, μαρτυρούν το πέρασμα του Αλέξανδρου και του Σέλευκου από την ασιατική τέχνη.

Τα αντικείμενα της Γκαντάρα προέρχονται από δωρεά του Νικόλαου Χατζηβασιλείου, κάποτε πρεσβευτή της Ελλάδας στην Ινδία και την Ιαπωνία, ο οποίος το 1974 πρόσφερε στο μουσείο πολύτιμα έργα της προσωπικής συλλογής του, όπως ιαπωνικά και κορεάτικα παραβάν και γλυπτά ή ζωγραφικά έργα από Νεπάλ, Θιβέτ, Ινδία και Ταϊλάνδη.


Η βεντάλια του Σαράκου και ο έβδομος στη σειρά απόγονος
Από τον 18ο αιώνα μέχρι σήμερα, το στιγμιότυπο μιας παλιάς ιστορίας παραμένει αποτυπωμένο πάνω σε μια βεντάλια. Προέρχεται από τη δραματική ιστορία του δημοφιλούς στην Ιαπωνία θεατρικού έργου "Kanadehon chushingura", όπου ο Σαράκου έχει αποτυπώσει
τους ηθοποιούς Matsumoto Kοshiro IV και Matsumoto Yonesabuο, στους ρόλους του πατέρα Kakogawa Honz? και της κόρης του, Konami.

Από τη γη της Ναυσικάς, η σπάνια βεντάλια, μαζί με άλλα 149 αντικείμενα του 17ου έως 19ου αιώνα, όπως τα δύο παραβάν των Σαμουράι και μια σειρά από εξαιρετικές ξυλογραφίες της τεχνοτροπίας ουκίγιο-ε, βρέθηκε αυτές τις ημέρες στη Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου. Η παρουσίαση των αντικειμένων έγινε στο πλαίσιο έκθεσης για τα 110 χρόνια διπλωματικών σχέσεων Ελλάδας-Ιαπωνίας, που φιλοξενήθηκε στο μεγαλύτερο ιαπωνικό μουσείο ("Tokyo Metropolitan Edo-Tokyo Museum").

Την έκθεση, που έκλεισε στις 6/9, έχοντας προσελκύσει πάνω από 1.800 επισκέπτες ημερησίως, χρηματοδότησαν εξολοκλήρου η εφημερίδα "The Yomiuri Shimbun" (πουλάει 10 εκατ. φύλλα τη μέρα), η εταιρία "Shimizu Corporation", η "Lufthansa" και ο τηλεοπτικός σταθμός WOWOW.

Ανάμεσα στους επισκέπτες της, δύο ξεχωριστοί: "Την έκθεση επισκέφτηκε ο έβδομος στη σειρά απόγονος ενός εκ των δύο ηθοποιών που ζωγράφισε ο Σαράκου τον 18ο αιώνα, έχοντας μάλιστα μαζί του τον γιο του, τον όγδοο κατά σειρά απόγονο. Είναι και ο ίδιος διάσημος ηθοποιός στην Ιαπωνία και μάλιστα μού δώρισε τη βεντάλια με τη δική του σφραγίδα", εξηγεί η κα Ζερνιώτη, σύμφωνα με την οποία, η απήχηση -και η προβολή- της έκθεσης ήταν τόσο μεγάλη, ώστε η Κέρκυρα εντάχθηκε στους προσφιλείς τουριστικούς προορισμούς των Ιαπώνων, που μέχρι τώρα περιλάμβαναν κυρίως την Κρήτη, τη Σαντορίνη και την Αθήνα. Μάλιστα, τον ερχόμενο Μάιο, ομάδα Ιαπώνων αναμένεται στο νησί.

Η σινοϊαπωνική συλλογή του μουσείου αριθμεί χιλιάδες κομμάτια. Τον πυρήνα της συλλογής -και γενικά του Μουσείου- αποτέλεσε η συλλογή του Γρηγορίου Μάνου (1850-1928), γόνου παλαιάς φαναριώτικης οικογένειας, ο οποίος διετέλεσε πρέσβης της Ελλάδας στην Αυστρία, ξεκινώντας τη διπλωματική του καριέρα σε ηλικία μόλις 26 ετών. Στο τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ου αγόρασε σε δημοπρασίες έργων τέχνης στη Βιέννη και το Παρίσι, 9.500 περίπου έργα κινέζικης, κορεάτικης και ιαπωνικής τέχνης, ξοδεύοντας σχεδόν όλη του την περιουσία.

Το 1919 δώρισε τη συλλογή του στο ελληνικό κράτος και, το 1924, συλλέκτης και συλλογή αποβιβάστηκαν στο νησί των Φαιάκων. Πρώτος ισόβιος διευθυντής του μουσείου ορίστηκε ο Γρηγόρης Μάνος. Το μουσείο ήταν αρχικά μόνο σινο-ιαπωνικό, αλλά τελικά προσήλκυσε και αντικείμενα από άλλες χώρες (εκτός από τον κ.Χατζηβασιλείου που προαναφέρθηκε, ο μικρασιάτης έμπορος γούνας Χαρίλαος Χιωτάκης ήταν ο τρίτος μεγάλος δωρητής του Μουσείου, έχοντας δωρίσει το 1980 περί τα 380 αντικείμενα ιαπωνικής και κορεάτικης τέχνης και κινέζικες πορσελάνες του 16ου-18ου αιώνα).

Ουδείς από τους τρεις μεγάλους δωρητές του Μουσείου ήταν Κερκυραίος. Κι όμως, το όνειρο του Γρηγόρη Μάνου είχε γίνει πραγματικότητα στην Κέρκυρα. Δεν το χάρηκε για πολύ όμως: πέθανε το 1929, δύο χρόνια μετά την ίδρυση του μουσείου. Κατά πολλούς, πέθανε μέσα στο Μουσείο...