Πως κάποιοι βάζουν "στοίχημα" την χρεωκοπία της Ελλάδας και επηρεάζουν ώστε να κερδίσουν το "στοίχημα"

Τα παιχνίδια των τραπεζών σε βάρος της Ελλάδας αναλύει σε άρθρο της η New York Times, αποκαλύπτοντας πώς το διεθνές τραπεζικό σύστημα εξανάγκασε στην ουσία τη χώρα μας να βυθιστεί στα χρέη και να φτάσει στο χείλος της οικονομικής καταστροφής.

Σύμφωνα με την αμερικανική εφημερίδα, όλα προέρχονται από
τα λεγόμενα CDS, Credit Default Swaps, που στην ουσία τους είναι τα στοιχήματα (!!!) που βάζουν οι τράπεζες και τα επενδυτικά κεφάλαια για το αν θα χρεοκοπήσει μια εταιρεία, ή μια χώρα. «Αυτό σημαίνει εάν η Ελλάδα δεν μπορεί να αποπληρώσει τα χρέη της, οι παίκτες στο χρηματιστήριο στους οποίους ανήκουν τα swaps θα βγουν κερδισμένοι» (!!!), αναφέρει το δημοσίευμα.

«Είναι σαν να αγοράζεις ασφάλεια πυρός για το σπίτι του γείτονα – δημιουργώντας κίνητρο να του κάψεις το σπίτι», σχολιάζει στους New York Times ο Philip Gisdakis, επικεφαλής πιστωτικής στρατηγικής της UniCredit στο Μόναχο.

Η εφημερίδα παρομοιάζει το είδος των συναλλαγών που «πνίγουν» οικονομικά την Ελλάδα, με αυτές που οδήγησαν σε κατάρρευση την American International Group (AIG), επικαλούμενη traders και διαχειριστές κεφαλαίων.

Μεταξύ άλλων, αναφέρεται, επίσης, ότι με την υποστήριξη μεγάλων τραπεζών, η εταιρεία Markit Group of London εισήγαγε τον περασμένο Σεπτέμβριο τον δείκτη iTraxx SovX Western Europe, ο οποίος βασίζεται σε αυτά τα swaps και επέτρεψε στους χρηματιστές να στοιχηματίσουν ( !!! ) στην Ελλάδα λίγο πριν το ξέσπασμα της κρίσης.

Καθώς οι τράπεζες έσπευσαν να αγοράσουν αυτά τα swaps, το κόστος ασφάλισης του ελληνικού χρέους αυξήθηκε και οι επενδυτές ομολόγων άρχισαν να αποφεύγουν τα ελληνικά ομόλογα, δυσκολεύοντας τη χώρα να δανειστεί χρήματα. Αυτό αύξησε το άγχος στην αγορά και δημιουργήθηκε ένας φαύλος κύκλος.Στο άρθρο σημειώνεται ότι «ανάμεσα στις τράπεζες που φαίνεται να είναι οι μεγαλύτεροι αγοραστές swaps συγκαταλέγονται οι ελβετικές Credit Suisse και UBS, οι γαλλικές Societe Generale και BNP Paribas και η γερμανική Deutsche Bank», και γίνεται αναφορά σε δηλώσεις της Γαλλίδας υπουργού Οικονομικών, η οποία ζητά αυστηρότερους κανονισμούς για τα CDS, αλλά και σε δηλώσεις ειδικών ότι «ο δείκτης iTraxx SovX δεν προκάλεσε την κατάσταση, αλλά την επιδείνωσε» και ότι «τα CDS δημιουργούν την ψευδαίσθηση της ασφάλειας αλλά στην πραγματικότητα αυξάνουν τον κίνδυνο».

«Δουλεύοντας» μ' αυτόν τον γνωστό «πίνακα Μαρκίτ» για τα παράγωγα σε εξωτερικά χρέη χωρών, κάποιοι, «βοήθησαν» να βγει εκτός ελέγχου το κόστος των ασφαλειών για το ελληνικό Χρέος, και βέβαια, και αυτά που η Αθήνα έπρεπε να πληρώσει, για να μπορεί να συνεχίσει να δανείζεται!
Για παράδειγμα, το κόστος για να ασφαλίσει κανείς 10 000 000$ ελληνικών Ομολόγων, θα χρειαζόταν τον Φεβρουάριο πάνω από 400 000$, ενώ μόλις τον Γενάρη, δεν θα ήθελε περισσότερα από 280 000$!
Κάποιες μάλιστα μέρες του Γενάρη & του Φλεβάρη, την ώρα που στις αγορές ανέβαινε η ζήτηση ασφαλειών για τα ελληνικά Ομόλογα κάποιοι επενδυτές, έτρεψαν τους πάντες σε φυγή, ενισχύοντας τις αμφιβολίες για το αν η Ελλάδα θα μπορούσε τελικά να βρει αγοραστές σε επόμενες εκδόσεις κρατικών ομολόγων!
«Είναι η ιστορία του τυφλού που οδηγεί τυφλούς», μας λέει ο Συλβαίν Ρέϋνς, ειδικός των "R&R Consulting", New York. Και συνεχίζει: «Ο πίνακας Traxx SovX ΔΕΝ δημιούργησε την κατάσταση, φυσικά. Σίγουρα όμως μπορούμε άνετα να πούμε, πως της επιδείνωσε παρά πολύ».


Τον Φεβρουάριο, η ζήτηση για συμβόλαια στηριγμένα σ' αυτόν τον πίνακα, «χτύπησαν» τα 109.3δις $, από τα 52.9δις $, του προηγούμενου μόλις μήνα! Αλλά (Στμ: Τι περίεργο!) και οι Ευρωπαϊκές Τράπεζες περιλαμβανομένων και των Ελβετικών γιγάντων Credit Suisse & UBS αλλά και των BNP Paribas & Deutsche Bank , ήταν μεταξύ των ισχυρότερων αγοραστών γι' αυτά τα ασφαλιστήρια συμβόλαια. Κι' αυτό, με βάση έγκυρες πληροφορίες από Τραπεζίτες & ανθρώπους των αγορών, που θέλουν να διατηρήσουν την ανωνυμία του, μόνο γιατί δεν έχουν καμιά επίσημη εξουσιοδότηση για δημόσιο σχολιασμό!

Κι' αυτό, γιατί ακριβώς αυτές οι χώρες, είναι και οι περισσότερο εκτεθειμένες! Οι Γαλλικές Τράπεζες συγκεκριμένα, κρατούν περίπου 75.4 δις $ από το ελληνικό δημόσιο Χρέος, ακολουθούμενες από Ελβετικά Ιδρύματα που κρατούν όχι λιγότερα από 64 δις $, ενώ οι Γερμανικές Τράπεζες έχουν περί τα 43.2 δις $, σύμφωνα πάντα με τα στοιχεία της Bank for International Settlements.
Μερικοί, πάντως, διαχειριστές κεφαλαίων, λένε πως το να επενδύει κανείς σε ελληνικά ομόλογα χωρίς τη βοήθεια του συγκεκριμένου Ίντεξ (πίνακα) είναι πλέον κάτι εξαιρετικά δύσκολο!.
«Είναι σαν να κυνηγάει η ουρά τον σκύλο», λέει ο Μάρκους Κρίγκιερ, επί κεφαλής διαχείρισης Χαρτοφυλακίων στην «AMUNDI ASSET MANAGEMENT» στο Λονδίνο.
το άρθρο των New York Times ΕΔΩ
tsataki


Read more...

Η αποδόμηση της ελληνικής βιομηχανίας (1980-2000)


της Ελίνας Γαληνού

Η μεταπολεμική εποχή στην Ελλάδα, χαρακτηρίστηκε από την ανάπτυξη της εγχώριας βιομηχανίας . Το γεγονός αυτό οφείλεται αφ΄ ενός στην ιδιωτική πρωτοβουλία και αφ΄ ετέρου σε συγκεκριμένες ευνοϊκές πολιτικές όπως το καθεστώς δασμοπροστασίας (προστατευτικοί δασμοί που αποθάρρυναν τις εισαγωγές και ευνοούσαν την παραγωγικότητα εγχώριων προϊόντων) καθώς και τον νόμο που θέσπιζε «το αφορολόγητο των κερδών της βιομηχανίας» υπό τον όρο να επενδύονται πάλι τα κέρδη στην βιομηχανική δραστηριότητα (Ν 2687/53 και Ν 4171/61). Αυτό αποτέλεσε την κινητήρια δύναμη της ελληνικής βιομηχανίας η οποία πραγματοποιώντας παραγωγικές επενδύσεις, χρηματοδοτούσε παράλληλα και άλλους κλάδους της οικονομίας.
Από το 1974 και μετά που δρομολογείται η ένταξή μας στην ΕΟΚ, το καθεστώς δασμοπροστασίας δεν θα μπορούσε να συνεχιστεί πλέον, ενώ ορισμένες βιομηχανίες που είχαν ευνοηθεί απ΄ αυτό θα αντιμετώπιζαν πρόβλημα βιωσιμότητας. Εκείνη την εποχή, εμφανίζονται και τα πρώτα ανησυχητικά δείγματα για την επιβίωση της ελληνικής βιομηχανίας με την βίαιη απαλλοτρίωση κάποιων μεγάλων βιομηχανικών μονάδων και την απαρχή κλυδωνισμού κάποιων άλλων. Το φαινόμενο αυτό συμπίπτει με την δυναμική ανάπτυξη του συνδικαλιστικού κινήματος καθώς και την δημιουργία ενός διαβρωτικού κλίματος για τους δημιουργούς του πλούτου.
Από το 1981, η πολιτική γραμμή αποσκοπεί να θέσει υπό σκληρό έλεγχο την ιδιωτική πρωτοβουλία περιορίζοντας σημαντικά την δυναμική της. Η απελευθέρωση τιμών και η παραγωγικότητα τίθενται υπό τον έλεγχο του κράτους υπό το επιχείρημα ότι αυτή η τακτική «θα απέβαινε προς όφελος της οικονομίας της χώρας»… «Πρέπει να ελέγχουμε τις παραγωγές ώστε να καθοδηγείται η ιδιωτική πρωτοβουλία ως προς το τι θα παράγει και πού θα το διαθέτει…» δήλωναν οι κυβερνητικοί παράγοντες. Ταυτόχρονα αρχίζει να εφαρμόζεται ο σχεδιασμός «εξυγίανσης των επιχειρήσεων». Τα μέτρα εξυγίανσης του παραγωγικού μηχανισμού όμως, συνοδεύονται από δραστική παρέμβαση του κράτους όσον αφορά την δημιουργία και λειτουργία βασικών βιομηχανιών.
Η κοινωνική πολιτική επιβάλει αύξηση κατωτάτων ημερομισθίων, μείωση των ωρών εργασίας σε 40 ώρες και αυτόματη τιμαριθμική αύξηση αποδοχών (ΑΤΑ). Αυτά βέβαια αποσκοπούσαν στην βελτίωση του εργασιακού καθεστώτος και γι΄αυτό χαιρετίστηκαν με αγαλλίαση από την εργατική τάξη, δικαιολογημένα κατά κάποιον τρόπο. Παράλληλα όμως παραχωρήθηκαν προνόμια στους συνδικαλιστές, καθώς αποφασίστηκε να πληρώνονται από τις επιχειρήσεις για το συνδικαλιστικό τους έργο, χωρίς ωστόσο να συμμετέχουν στην παραγωγική λειτουργία των επιχειρήσεων. Εφαρμόζονται μέτρα προστατευτικά για την απεργία, απαγορεύεται η ανταπεργία και το κλίμα γενικά, ευνοεί ανεξέλεγκτα το εργατικό αίτημα ακόμα και αν είναι καταχρηστικό.
Μέσα σ΄ αυτό το πλαίσιο επιχειρήθηκε η «αναδιάρθρωση της Οικονομίας, ενώ είχε ήδη αρχίσει να εμφανίζεται πτώση της βιομηχανικής παραγωγής και τα προβλήματα των βιομηχανιών πολλαπλασιάζονταν. Οι εκπρόσωποι του βιομηχανικού κλάδου επιχείρησαν να συζητήσουν με την κυβέρνηση ζητώντας σαφείς εξηγήσεις και δεσμεύσεις όσον αφορά την εφαρμοζόμενη πολιτική και τις συνεπαγόμενες συνέπειές της για την ελληνική βιομηχανία και την εν γένει Οικονομία της χώρας.
Η κυβέρνηση όμως προχωρούσε ακάθεκτη στο πρόγραμμα «εξυγίανσης» των επιχειρήσεων Συνέστησε τον Οργανισμό Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων εντάσσοντας σ΄αυτόν έναν μεγάλο αριθμό σημαντικών βιομηχανικών μονάδων της χώρας (κάπου 152), τις οποίες χαρακτήρισε «προβληματικές». Αυτή η μέθοδος αποσκοπούσε να πείσει την κοινή γνώμη ότι όλα γίνονται για τον έλεγχο εθνικών πόρων και την ισοκατανομή του πλούτου. Κάθε επιχείρηση που κρινόταν επιβαρυντική για την οικονομία της χώρας, κυκλωνόταν. Σε κάθε «προβληματική» επιχείρηση θα εφαρμοζόταν καθεστώς εντατικών διαχειριστικών ελέγχων, καταγραφή αδυνάτων σημείων της και ανάληψη δραστικών πρωτοβουλιών για την εξυγίανσή της. Αυτό το πρόγραμμα προωθήθηκε «ως πολύ αποδοτικό», όμως η πράξη απέδειξε το εντελώς αντίθετο. Οι βιομηχανίες που εντάχθηκαν στον ΟΑΕ άρχισαν να υπολειτουργούν, τα χρέη τους άρχισαν να διογκώνονται και το χειρότερο- να συσσωρεύονται στους ώμους του Ελληνικού Δημοσίου.
Στο μεταξύ ενώ οι τιμές προϊόντων έμεναν καθηλωμένες λόγω της αγορανομικής πολιτικής που δεν επέτρεπε αναπροσαρμογή τιμών, το κόστος πρώτων υλών και εργατικών αυξανόταν, δεδομένου ότι με την υποτίμηση του 1983 είχαμε και νέες τιμές συναλλάγματος. Η πολιτική των Τραπεζών, όσον αφορά την παροχή υποστήριξης στην εξόφληση χρεών και την διευκόλυνση αξιοποίησης περιουσιακών στοιχείων των βιομηχανιών, ήταν αρνητική. Οι συνδικαλιστικές πιέσεις ενέτειναν το αρνητικό κλίμα. Ετσι, τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 80, η Ελληνική Οικονομία παρουσίασε σημαντική ύφεση καθώς η επιχειρηματική δραστηριότητα οδηγήθηκε σε μεγάλη συρρίκνωση. Οι προβληματικές βιομηχανίες έγιναν ακόμα πιο προβληματικές μέσα στον ΟΑΕ καθώς οι διαχειριστές που είχαν οριστεί δεν ήξεραν να τις λειτουργήσουν και αυτοσχεδίαζαν συνεχώς. Πολλές άλλες βιομηχανίες που δεν μπήκαν στον ΟΑΕ, αναγκάστηκαν σιγά-σιγά να κλείσουν για να μην παγιδευτούν μέσα στον φαύλο κύκλο δυσλειτουργίας λόγω συνθηκών –απαγόρευσης απολύσεων-συσσώρευσης χρεών-χρεωκοπίας.
Λογικά κάποιοι συμπεραίνουν «αν το σκάνδαλο Κοσκωτά ζημίωσε το Ελληνικό Δημόσιο 30 δις, τι θα έπρεπε να ειπωθεί για τη ζημιά που προκάλεσε η ένταξη των «προβληματικών» στον ΟΑΕ, η οποία επιβάρυνε το κράτος μέσα στην δεκαετία του 80, κάπου δύο τρισεκατομμύρια ; Γι΄αυτήν την τόσο ζημιογόνα στρατηγική, ποιος θα λογοδοτήσει ποτέ; Τι θα έπρεπε ακόμα να ειπωθεί για την πολιτική γενικής αποθάρρυνσης της εγχώριας βιομηχανίας και τις επιπτώσεις της στο εξαγωγικό δυναμικό της χώρας κυρίως;
Το πιο χαρακτηριστικό αποτέλεσμα που διαπιστώθηκε με την πάροδο του χρόνου, είναι ότι η Ελλάδα σήμερα βρίσκεται σε πολύ χαμηλή σειρά από παραγωγική άποψη, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την οικονομική της αυτοδυναμία.
larissaagorakanenas


Read more...