Βραβείο «Τζορτζ Πολκ» σε ανώνυμο ρεπόρτερ του δρόμου!


Για πρώτη φορά στην ιστορία ένα από τα πιο σημαντικά δημοσιογραφικά βραβεία των ΗΠΑ, απονεμήθηκε σε άγνωστο ρεπόρτερ του δρόμου!

Πρόκειται για το βραβείο «Τζορτζ Πολκ» που δίνεται κάθε χρόνο στη μνήμη του αμερικανού δημοσιογράφου που δολοφονήθηκε στην Ελλάδα το 1948.

Στην κατηγορία Videography το τιμώμενο πρόσωπο, για το 2009, είναι ο άγνωστος πολίτης που βιντεοσκόπησε και ανήρτησε στο Youtube τη στιγμή της δολοφονίας της Ιρανής Neda Agha Soltan, που έχασε τη ζωή της πριν από ένα χρόνο κατά τη διάρκεια διαδήλωσης στην Τεχεράνη.

Ο υπεύθυνος των βραβείων «Τζορτζ Πόλκ», επεσήμανε ότι «δεν ξέρουμε ποιος τράβηξε, το βίντεο, ούτε ποιος το ανήρτησε στο διαδίκτυο, αυτό που ξέρουμε, όμως, είναι ότι έχει σημαντική δημοσιογραφική αξία».

Το βραβείο που δίνεται στον άγνωστο ρεπόρτερ, υπογράμμισε ο Τζον Ντάρντον, τιμά τους απλούς πολίτες που ως αυτόπτες μάρτυρες σημαντικών γεγονότων, χρησιμοποιούν το κινητό τους τηλέφωνο και μέσω των λεγόμενων κοινωνικών δικτύων, μεταδίδουν σε ολόκληρο τον κόσμο ειδήσεις, που διαφορετικά δεν θα είχαν δει ποτέ το φως της δημοσιότητας.

Επισημαίνεται ότι ο Τζ. Πολκ ανταποκριτής του αμερικανικού δικτύου CΒS, στην Ελλάδα και τη Μέση Ανατολή, βρέθηκε δολοφονημένος στις 16 Μαΐου του 1948 στη θαλάσσια περιοχή της Θεσσαλονίκης.

Ο Πολκ είχε μεταβεί στη Βόρεια Ελλάδα με σκοπό να πάρει συνέντευξη από τον αρχηγό του Δημοκρατικού Στρατού, Μάρκο Βαφειάδη.

Τρεις μήνες μετά, οι αρχές συνέλαβαν ως δράστη τον δημοσιογράφο της εφημερίδας «Μακεδονία» και ανταποκριτή του πρακτορείου Ρόιτερ, στη Θεσσαλονίκη, Γρηγόρη Στακτόπουλο, ο οποίος καταδικάστηκε σε ισόβια.

Ο Γρ. Στακτόπουλος έμεινε δώδεκα χρόνια στη φυλακή και μέχρι το τέλος της ζωής του έδωσε αγώνα για να αποδείξει την αθωότητά του υποστηρίζοντας ότι η ομολογία του ήταν αποτέλεσμα βασανιστηρίων και ο ίδιος θύμα σκευωρίας.

Η υπόθεση Πολκ, παραμένει μια από τις πιο σκοτεινές σελίδες της ελληνικής ιστορίας αλλά και της ελληνικής δικαιοσύνης και πολλοί είναι εκείνοι που επισημαίνουν ότι το ερώτημα ποιος και γιατί δολοφόνησε τον αμερικανό δημοσιογράφο δεν θα απαντηθεί ποτέ.
topontiki.gr



Read more...

Οίκοι (μηδενικής) ανοχής

Του Στάθη από την Ελευθεροτυπία

13 Σεπτεμβρίου 2008. Ο τότε πρόεδρος της ομοσπονδιακής κεντρικής τράπεζας της Νέας Υόρκης και σημερινός υπουργός οικονομικών των ΗΠΑ Τίμοθι Γκάιτνερ, μπήκε αλαφιασμένος στο γραφείο του. Κάλεσε τους συνεργάτες του και τους ανακοίνωσε ότι ένας χρηματοπιστωτικός κολοσσός, η περίφημη LehmanBrothers, ίσως να αποτελούσε παρελθόν σε διάστημα λίγων ωρών. «Μα πως;» πρέπει να αναρωτήθηκαν οι συγκεντρωμένοι αφού μόλις μια ημέρα νωρίτερα οι τρείς μεγάλοι οίκοι αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας την βαθμολογούσαν με «Α», «Α2» και «Α+». Τα επόμενα 24ωρα, καθώς ένας μετά τον άλλο οι αγαπημένοι μαθητές των τριών οίκων κατέρρεαν σαν πύργοι από τραπουλόχαρτα, αρκετοί αναρωτήθηκαν μήπως κάποιος έπρεπε να αξιολογήσει τους αξιολογητές - τον FitchRatings, τον Moody’s και τον Standard & Poor’s.
Παρόμοια συναισθήματα έκπληξης και οργής προκάλεσε μερικές εβδομάδες αργότερα και η παρ’ ολίγον ολοκληρωτική κατάρρευση της Ισλανδίας και της Ιρλανδίας - δυο χωρών που είχαν συνηθίσει να λαμβάνουν μόνο εύσημα από τους «τρείς μεγάλους». Όπως απέδειξε ο νομπελίστας οικονομολόγος Τζόζεφ Στίγκλιτζ με τα «μαγικά» τους κόλπα οι οίκοι αξιολόγησης συντηρούσαν και γιγάντωναν την φούσκα του χρηματοπιστωτικού συστήματος που έσκασε τελικά το 2008 συμπαρασύροντας εκατοντάδες επιχειρήσεις, δεκάδες κράτη και εκατομμύρια νοικοκυριά..

H Ελλάδα βίωσε τις επιπτώσεις από τις εκτιμήσεις των οίκων αξιολόγησης στις 7 Δεκεμβρίου, όταν ό οίκος Fitch με μια απλή υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας του ελληνικού δημοσίου από «Α–» (αποτέλεσμα και αυτό προηγούμενης υποβάθμισης στις 22 Οκτωβρίου) σε «ΒΒΒ+» εκτίναξε στα ύψη το ύψος δανεισμού. Το αποτέλεσμα ήταν ότι η χώρα αναγκάστηκε να δανειστεί με επιτόκιο 6,2% - δηλαδή με «καπέλο» 3,5% πάνω από το μέσο κόστος δανεισμού των χωρών της Ευρωζώνης. Εάν ο οίκος Moody’s προχωρούσε σε εξίσου επιθετική υποβάθμιση και δεν κρατούσε τη χώρα στην κατηγορία του Α ορισμένοι κινδυνολογούσαν ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν θα δέχονταν τα ελληνικά ομόλογα ως εγγύηση για να παρέχει δάνεια στο Ελληνικό Δημόσιο.

Η περίπτωση της Ελλάδας έφερε στο φως
xstefanou

όχι μόνο τις τρομακτικές επιπτώσεις που μπορεί να επιφέρει σε μια χώρα μια ομάδα τριών εταιρειών αξιολόγησης αλλά και την τεράστια επιρροή που φέρουν οι συγκεκριμένοι οίκοι σε οργανισμούς και θεσμούς όπως η ΕΚΤ. Όπως σχολίαζε τότε και ο Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας Κώστας Βεργόπουλος «είναι απαράδεκτο η ΕΚΤ να εξαρτά την πολιτική της από τους αξιολογικούς οίκους». Και όλα αυτά ενώ, όπως παρατηρούσαν στελέχη της κυβέρνησης, την περίοδο των διαδοχικών υποβαθμίσεων τα μεγέθη της ελληνικής οικονομίας ήταν θετικότερα σε σχέση με τι ίσχυε πριν από δώδεκα μήνες. Από πλευράς μάλιστα δημοσίου χρέους η Ελλάδα καταλάμβανε την 13 θέση. Υπήρχαν δηλαδή άλλες 12 χώρες στην Ευρώπη που θα έπρεπε να απασχολούν περισσότερους τους κρίνοντες.

Τέκνα οι περισσότεροι των αρχών του περασμένου αιώνα, οι τρείς μεγάλοι οίκοι έλαβαν το χρίσμα από την Αμερικανική κυβέρνησης να αξιολογούν την πιστοληπτική ικανότητα εταιρειών αλλά και ολόκληρων χωρών. Σήμερα ελέγχουν το 85% της αγοράς και έχουν μετατραπεί σε πραγματικά χρυσορυχεία για τους μετόχους τους. Οι τρεις κλειδοκράτορες του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος είδαν τα καθαρά κέρδη τους να εκτινάσσονται από τα 3 δις δολάρια το 2002, στα 6 δις το 2007. Μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, όμως, ορισμένοι συνειδητοποίησαν ότι οι πύλες του παραδείσου είχαν μείνει ξεκλείδωτες. Ένα από τα βασικά προβλήματα, όπως απέδειξαν οι ειδικές ελεγκτικές επιτροπές του αμερικανικού κογκρέσου που εξέτασαν την υπόθεση, είναι ότι οι συγκεκριμένες εταιρείες πληρώνονται για τις υπηρεσίες τους από αυτούς που θα έπρεπε να αξιολογούν. «Φανταστείτε ένα εστιατόριο» έγραφαν οι NewYorkTimes «το οποίο πληρώνει το γευσιγνώστη που θα γράψει την κριτική για τα φαγητά του. Και μάλιστα τον πληρώνει μόνο εάν γνωρίζει ότι η κριτική θα είναι ευνοϊκή». Θέλοντας να συναγωνιστούν τους Αμερικανούς συναδέλφους τους οι αναλυτές του γερμανικού Spiegel προχώρησαν το αλληγορικό παράδειγμα ένα βήμα περισσότερο. «Φανταστείτε» είπαν «έναν πρώην χίπη να δουλεύει σε ένα σχολείο και να πληρώνεται από τους μαθητές όχι σε χρήμα αλλά σε μαριχουάνα. Ύστερα φανταστείτε τον ίδιο άνθρωπο να διορθώνει τα γραπτά των μαθητών υπό την επήρεια των ναρκωτικών που του προσέφεραν».

Όσο υπερβολικές και αν ακούγονται οι παρομοιώσεις του διεθνούς Τύπου είναι ενδεικτικές της εικόνας που έχει σχηματιστεί για τους τρεις μεγαλύτερους οίκους αξιολόγησης. Άλλωστε τα καλύτερα αστεία για τους οίκους αξιολόγησης τα είχαν βγάλει οι ίδιοι οι εργαζόμενοι σε αυτούς. Στα μέσα της περασμένης δεκαετίας, όταν η φούσκα στην αμερικανική αγορά ακινήτων είχε λάβει τις μεγαλύτερες διαστάσεις, ένα στέλεχος της Standard & Poor’s έστειλε το παρακάτω ηλεκτρονικό μήνυμα σε συναδέλφους του: «ελπίζω να είμαι πλούσιος και να έχω βγει στη σύνταξη όταν θα καταρρεύσει αυτός ο πύργος από τραπουλόχαρτα» έγραφε σε εσωτερική ηλεκτρονική αλληλογραφία ένα στέλεχος της εταιρείας. «Νομίζω ότι δημιουργούμε ένα τέρας» έγραφε κάποιος άλλος για να λάβει την απάντηση ότι «ακόμη και αγελάδες θα τα κατάφερναν καλύτερα» σε σχέση με ορισμένες από τις εταιρείες που έπαιρναν άριστα από τους οίκους αξιολόγησης.

Σύμφωνα με τον Ρίτσαρντ Γκουγκλιάντα, ένα από τα στελέχη της S&P που μίλησαν δημοσίως για το τι πραγματικά συνέβαινε σε αυτούς του οίκους, το πρόβλημα δεν εστιάζεται αναγκαστικά στα μοντέλα που χρησιμοποιούνταν για τις αξιολογήσεις αλλά στο γεγονός ότι κανένας δεν έριχνε στο σύστημα αρκετά δεδομένα προς επεξεργασία. «Τελικά είχαμε φτάσει να ζητάμε από τους αναλυτές μας να μαντέψουν την κατάσταση μιας εταιρείας» έλεγε ο Γκουγκλιάντα. Και κάθε καλή «μαντεψιά» απέφερε στους τρεις μεγάλους οίκους από 250.000 έως και ένα εκατομμύριο δολάρια.

Θεωρητικά η παγκόσμια κατακραυγή και η απόδοση ευθυνών για την οικονομική κρίση στις τρεις αυτές εταιρείες θα έπρεπε να οδηγήσει στην εκ βάθρων αναδόμηση ολόκληρου του συστήματος αξιολόγησης. Στην πραγματικότητα, δεν άλλαξε σχεδόν τίποτα. «Όλοι γκρινιάζουν αλλά συνεχίζουν σαν να μη συμβαίνει τίποτα» είπε στο Κ στέλεχος ενός διεθνούς χρηματοπιστωτικού ιδρύματος, που προτίμησε να κρατήσει την ανωνυμία του.

Σε μια προσπάθεια να βρουν εναλλακτικές λύσεις απέναντι στους «τρείς μεγάλους» αρκετές μικρότερες εταιρείες παρουσιάζουν τώρα νέα μοντέλα αξιολόγησης. Η εταιρεία RapidRatings λόγου χάρη αποφάσισε να αντικαταστήσει τους αναλυτές της με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, τους οποίους μάλιστα τοποθέτησε σε ένα κτίριο στην Μπανγκαλόρ της Ινδίας. «Το καλό με τους υπολογιστές» εξηγούσε ο πρόεδρος της εταιρείας «είναι ότι δεν θα τους πιάσεις μια μέρα να κοιμούνται στο ίδιο κρεβάτι με τις τράπεζες της Γουόλ Στριτ».


Standard & Poor’s


Το να σε συμπεριλάβει το περιοδικό Time στους 25 ανθρώπους που άλλαξαν την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας τις τελευταίες δεκαετίες είναι συνήθως κολακευτικό. Εκτός βέβαια εάν ο τίτλος του συγκεκριμένου αφιερώματος είναι : «Οι 25 υπεύθυνοι της οικονομικής κρίσης». Σε αυτή την κατηγορία βρέθηκε η πρόεδρος του οίκου Standard & Poor’s, Κάθλιν Κόρμπετ, η οποία είδε το όνομά της ανάμεσα σε αυτά του πρώην προέδρου της FED, Άλαν Γκρίνσπαν, του Μπιλ Κλίντον και του Γκόρντον Μπράουν. Δυστυχώς δεν ήταν η πρώτη φορά που ο συγκεκριμένος οίκος συνέδεε την ύπαρξή του με μια από τις μεγαλύτερες οικονομικές αποτυχίες.

Η ιστορία του ξεκινά το 1860 καθώς η Αμερική ετοιμαζόταν να βιώσει δυο από τα σημαντικότερα γεγονότα του 19ου αιώνα: Τον εμφύλιο πόλεμο και τη φούσκα των σιδηροδρόμων – ένα άνευ προηγουμένου κερδοσκοπικό ράλι το οποίο θα οδηγούσε σε οικονομική κατάρρευση και στην περίφημη «Μαύρη Παρασκευή του 1869». Το να έχεις στην τσέπη σου μετοχές μια εταιρείας που έστηνε σιδερένιες ράγες στις αχανείς της αμερικανικής ενδοχώρας θεωρούνταν τότε η απόλυτη συνταγή γρήγορου πλουτισμού - κάτι σαν να ποντάρεις στις εταιρείες υψηλής τεχνολογίας της δεκαετίας του ’90. Σε αυτά τα δύσκολα αλλά και πολλά υποσχόμενα χρόνια ένας νεαρός δικηγόρος που άκουγε στο όνομα Χένρι Βάρνουμ Πούρ σκέφτηκε να εκδώσει ένα βιβλίο στο οποίο θα αξιολογούσε όλες τις εταιρείες που δραστηριοποιούνταν στο χώρο των σιδηροδρόμων. Κανένας βέβαια δεν ασχολήθηκε τότε με το γεγονός ότι ο αδερφός του Χένρι, ο Τζον Πουρ, είχε υπό τον έλεγχό του μια από τις μεγαλύτερες εταιρείες σιδηροδρόμων.

Παρά την παταγώδη κατάρρευση της φούσκας των τρένων, το μικρό βιβλιαράκι του Χένρι Πούρ γνώρισε τεράστια επιτυχία. Από το 1914 μάλιστα, ο γιός του συνεργάστηκε με την εταιρεία StandardStatisticsBureau, που εξέδιδε ένα αντίστοιχο δελτίο για όλες τις μεγάλες εταιρείες του αμερικανικού χρηματοπιστωτικού συστήματος. Ο κολοσσός που ονομάζεται Standard & Poor’s θα δημιουργηθεί επισήμως το 1941, αφού πρώτα η οικογένεια των Πουρ έχει υποστεί τρομακτικές απώλειες από το κραχ του 1929. Τα σημερινά στελέχη της S&P λοιπόν έχουν απόλυτο δίκιο όταν λένε ότι η ιστορία της εταιρείας τους είναι συνώνυμη της εξέλιξης του αμερικανικού χρηματοπιστωτικού συστήματος. Γεγονός που, με διαφορετική ανάγνωση, σημαίνει ότι δεν υπήρξε φούσκα τους τελευταίους δυο αιώνες με την οποία να μην είχαν άμεση σχέση.

Το κύρος της εταιρείας πάντως έπεσε στα τάρταρα το 2008 μαζί με ολόκληρη την οικονομία της Ισλανδίας και κυρίως της Ιρλανδίας Όταν μάλιστα η λεγόμενη «Κέλτικη Τίγρης» βρέθηκε νεκρή στο κλουβί της ένα στέλεχος της Standard & Poor’s υπέπεσε σε ένα ακόμη θανάσιμο ατόπημα: Παρεμβαίνοντας, όπως κατηγορήθηκε, στην πολιτική ζωή της χώρας δήλωσε ότι έχει έρθει καιρός για «αλλαγή προσώπων» στην ιρλανδική κυβέρνηση.

Moody’s

Η Standard &Poor’s δεν ήταν ο μοναδικός οίκος αξιολόγησης που ξεπήδησε από τη φούσκα των αμερικανικών σιδηροδρόμων. Παρόμοια πορεία ακολούθησε και η εταιρεία Moody’s. Ενώ όμως η οικογένεια των Πουρ συγκρούστηκε μετωπικά με την αμαξοστοιχία του αμερικανικού χρηματοπιστωτικού συστήματος, ο Τζον Μούντι κατάφερε να δαμάσει το φάντασμα της κερδοσκοπίας ακολουθώντας μια πολύ απλή όσο και επαναστατική μέθοδο: αντί να πληρώνεται για τις υπηρεσίες του από τις εταιρείες τις οποίες έπρεπε να αξιολογεί πληρωνόταν από τους επενδυτές που ενδιαφέρονταν γι’ αυτές τις εταιρείες. Ουσιαστικά δηλαδή έσπασε τον φαύλο κύκλο της ταύτισης συμφέροντος. Έτσι, όταν το 1929 το αμερικανικό όνειρο αυτοκτονούσε πηδώντας από κάποιον ουρανοξύστη της Γουόλ Στριτ, η Moody’s ήταν ίσως ο μοναδικός οίκος που είχε προβλέψει ποιες εταιρείες θα βγουν αλώβητες από το κραχ.

Από τη δεκαετία του 70’ όμως ο συγκεκριμένος οίκος, ακολουθώντας τα πρότυπα της αγοράς άρχισε και πάλι να πληρώνεται από τις εταιρείες που θεωρητικά θα έπρεπε να βρίσκονται συνεχώς υπό το μικροσκόπιό του. Σήμερα η εταιρεία μάχεται με νύχια και με δόντια να αποτρέψει την εφαρμογή του μοντέλου που είχε ανακαλύψει πριν από ένα αιώνα ο ίδιος ο ιδρυτής της.

Πολύ πρόσφατα ο Moody’s κατηγορήθηκε από την γερμανική ασφαλιστική Hannover Re ακόμη και για «εκβιασμό». Ο διευθύνων σύμβουλος του γερμανικού κολοσσού αποκάλυψε ότι ο αμερικανικός οίκος του προσέφερε δωρεάν αξιολόγηση της εταιρείας του. Όταν όμως αυτός αρνήθηκε την προσφορά, ο Moody’s υποβάθμισε την HannoverRe. Η αλλαγή στο status της ασφαλιστικής εταιρείας προκάλεσε πανικό σε διεθνές επίπεδο με αποτέλεσμα να χαθούν μέσα σε λίγες ώρες 175 εκατομμύρια δολάρια.

Ο ίδιος οίκος οδηγήθηκε στα δικαστήρια από το συνταξιοδοτικό ταμείο δημοσίων υπαλλήλων της Καλιφόρνιας, που ζημιώθηκε κατά ένα δις δολάρια όταν, ακολουθώντας τις αξιολογήσεις του Moody’s, επένδυσε σε δομημένα ομόλογα που κατέρρευσαν.

Fitch Ratings

Ελάχιστοι μπορούσαν να φανταστούν στις αρχές του προηγούμενου αιώνα ότι ο νεαρός ανθοπώλης στη διασταύρωση της Μπρόντγουει με την 22η οδό στη Νέα Υόρκη θα γινόταν μια ημέρα ένας από τους κλειδοκράτορες του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Γνώριζαν ενδεχόμενος ότι είναι γόνος πλούσιας οικογένειας αλλά σίγουρα δεν τους γέμιζε το μάτι όταν τον έβλεπαν να σπουδάζει οικονομικά και διαφήμιση δι’ αλληλογραφίας. Όταν όμως κληρονόμησε από τον πατέρα του τον εκδοτικό οίκο Φιτς, στον αριθμό 138 της οδού Περλ (λίγα βήματα από την Γουόλ Στριτ) ο νεαρός Τζον Φιτς ήταν έτοιμος να αποπλεύσει προς την επιτυχία. Ξεκίνησε και αυτός τυπώνοντας περιοδικές εκδόσεις με στοιχεία για τις «εισηγμένες» της Γουόλ Στριτ αλλά σύντομα παρουσίασε το αλφαβητικό σύστημα αξιολόγησης του επενδυτικού κινδύνου που χρησιμοποιείται μέχρι και σήμερα με ελάχιστες τροποποιήσεις (το ΑΑΑ για το χρυσό και το D για τα σκουπίδια όπως λένε οι παροικούντες το ναό της αμερικανικής χρηματαγοράς).

Οι σύγχρονοι διάδοχοι του Τζον Φιτς πάντως φαίνεται ότι ανέπτυξαν τους δικούς τους ανορθόδοξους τρόπους για να βαθμολογούν τους πελάτες τους. Έτσι όσοι επενδυτές εμπιστεύθηκαν λόγου χάρη τα τριπλό Α που έδινε ο συγκεκριμένος οίκος στην Credit Suisse Group έχασαν το διόλου αμελητέο ποσό των 340 εκατομμυρίων δολαρίων. Πολύ μεγάλη «επιτυχία» είχε θεωρηθεί άλλωστε και η άριστη βαθμολόγηση που έδινε και ο συγκεκριμένος οίκος στην Enron αλλά και την Ισλανδία και την Ιρλανδία.

Δεν έχουν περάσει άλλωστε και αρκετές ημέρες από τη στιγμή που παράγοντες της ελληνικής αγοράς (και σύμφωνα με πληροφορίες, και του υπουργείου οικονομικών) άφριζαν από την οργή τους ύστερα από την «ανεκδιήγητη» όπως την χαρακτήρισαν ανάλυση σχετικά με τη ρύθμιση καταναλωτικών και στεγαστικών δανείων από την ελληνική κυβέρνηση. Μια ανάλυση που όπως εκτιμούσαν θα μπορούσε να συμβάλει στις κερδοσκοπικές επιθέσεις που δέχθηκε πρόσφατα η χώρα.

Για την ιστορία ο οίκος Fitch βρέθηκε στο εδώλιο του κατηγορούμενου στο Οχάιο όταν το συνταξιοδοτικό ταμείο της πολιτείας έχασε 500 εκ δολάρια ακολουθώντας και πάλι τις συμβουλές και τις αξιολογήσεις των «τριών μεγάλων».

Περιοδικό Κ, Καθημερινή 14/2/2010
Read more...