Χρονικό προαναγγελθέντος διαζυγίου


Η Αμερική εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο εμπορικού πολέμου με την Κίνα, κάτι που θα επιταχύνει τη διάρρηξη της παγκοσμιοποίησης

Του Πέτρου Παπακωνσταντίνου

Η 15η Απριλίου του 2010 δεν αποκλείεται να αποδειχθεί ημερομηνία - ορόσημο για τις διεθνείς υποθέσεις, καθώς η κυβέρνηση Ομπάμα και το αμερικανικό Κογκρέσο θα κληθούν να λάβουν μια τρομερά δύσκολη απόφαση: Αν κηρύξουν, ουσιαστικά, εμπορικό πόλεμο στην Κίνα, τερματίζοντας τον γάμο συμφέροντος με τον ασιατικό γίγαντα σε ένα παγκόσμιο περιβάλλον ενίσχυσης των οικονομικών (και όχι μόνο) εθνικισμών, που αναβιώνει τους ξεχασμένους εφιάλτες της δεκαετίας του '30.

Στις 15 Απριλίου, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών θα δώσει στη δημοσιότητα έκθεση αναφορικά με τις χώρες που «χειραγωγούν την ισοτιμία του νομίσματός τους με το δολάριο», με στόχο «να αποκτήσουν αθέμιτο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στις διεθνείς αγορές». Ουσιαστικά, όλος ο θόρυβος γίνεται για την Κίνα, η κυβέρνηση της οποίας κατηγορείται ότι διατηρεί τεχνητά υποτιμημένο έναντι του δολαρίου το νόμισμά της, το γουάν, έτσι ώστε να κρατάει αφύσικα φτηνά τα προϊόντα της, με αποτέλεσμα να κλείνουν βιομηχανίες και να χάνονται θέσεις εργασίας στις ΗΠΑ.

Ο νομπελίστας οικονομολόγος Πολ Κρούγκμαν έχει ήδη προτείνει, από τη στήλη του στους New York Times, να επιβάλει η κυβέρνηση Ομπάμα προσωρινούς δασμούς στις κινεζικές εισαγωγές, όπως έπραξε ο πρόεδρος Νίξον με τις ευρωπαϊκές, το 1971. Η πρότασή του απολαμβάνει ισχυρής διακομματικής υποστήριξης, καθώς η έκρηξη της ανεργίας γιγαντώνει τις πιέσεις του κοινωνικού σώματος για προστασία της εθνικής βιομηχανίας, γεγονός κρίσιμο για τους Αμερικανούς βουλευτές και γερουσιαστές, οι οποίοι θα αγωνιστούν για την επανεκλογή τους το προσεχές φθινόπωρο. Χαρακτηριστικό είναι το νομοσχέδιο που κατέθεσαν από κοινού ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Τσαρλς Σούμερ και ο Ρεπουμπλικανός Λίντσεϊ Γκράχαμ για την επιβολή δασμών πάνω στα κινεζικά προϊόντα. Σε παρόμοια κατεύθυνση κινείται επιστολή προς τον πρόεδρο Ομπάμα, την οποία υπογράφουν 130 μέλη του κογκρέσου.

Αλυσιδωτή αντίδραση
kathimerini.gr

Εάν η κυβέρνηση Ομπάμα αποφασίσει να διαβεί τον Ρουβίκωνα, είναι πολύ πιθανό να πυροδοτήσει αλυσιδωτή αντίδραση, όπως εκτιμά και ο αρθρογράφος του βρετανικού Observer, Γουίλ Χάτον: «Η Κίνα μάλλον δεν θα γονατίσει. Θα απαντήσει στη φωτιά με φωτιά. Τρίτες χώρες θα ανησυχήσουν για το ενδεχόμενο να πλημμυρίσουν οι αγορές τους με κινεζικά και αμερικανικά προϊόντα που εξοστρακίστηκαν ξαφνικά από την αμερικανική και την κινεζική αγορά αντίστοιχα. Επομένως, θα θεωρήσουν νόμιμο δικαίωμα να λάβουν με τη σειρά τους προστατευτικά μέτρα». Το τελικό αποτέλεσμα θα είναι η διάρρηξη της παγκοσμιοποίησης, με κίνδυνο τη συρρίκνωση του παγκόσμιου εμπορίου και την υποτροπή της διεθνούς ύφεσης.

Οι αμερικανικές αιτιάσεις δεν είναι εντελώς αβάσιμες. Το εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας διογκώνεται, αλλά τα συναλλαγματικά της αποθέματα μεγεθύνονται πολύ ταχύτερα, με ρυθμό 40 δισ. δολαρίων τον μήνα, φτάνοντας το αστρονομικό ύψος των 2,4 τρισ. Αυτό συμβαίνει γιατί η Κίνα τυπώνει ολοένα και περισσότερα γουάν, έτσι ώστε το εθνικό της νόμισμα να διατηρείται τεχνητά χαμηλά - σύμφωνα με τους Αμερικανούς, η υποτίμηση είναι της τάξης του 30% έως 40%.

Ωστόσο, το Πεκίνο έχει δίκιο όταν καταλογίζει υποκρισία στην άλλη πλευρά. Ο Κινέζος πρωθυπουργός Γουέν Τζιαμπάο υπενθύμισε ότι στην υπό εξέλιξη οικονομική κρίση η Αμερική, με τα τοξικά ομόλογα της Γουόλ Στριτ, ήταν το πρόβλημα και η Κίνα, με τη δυναμική ανάπτυξη του 9,5%, ουσιώδες μέρος της λύσης. Από την πλευρά της, η εφημερίδα China Daily σημείωνε ότι η Ουάσιγκτον επιμένει να λησμονεί ότι το 60% των «καταραμένων» κινεζικών εξαγωγών προέρχεται από… αμερικανικές πολυεθνικές, που δραστηριοποιούνται στην Κίνα - όπως η αυτοκινητοβιομηχανία General Motors, η οποία, ενώ επιδοτείται από το αμερικανικό κράτος, εξάγει τα κεφάλαιά της στην Κίνα για να επωφεληθεί από το φθηνό γουάν!

Η «κοινοπραξία»

Σε κάθε περίπτωση, η κινεζική ηγεσία φαίνεται να έχει καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα με την αμερικανική, ότι δηλαδή η αλλόκοτη «κοινοπραξία» των δύο οικονομικών υπερδυνάμεων φτάνει στο τέλος της. Μια κοινοπραξία, η οποία στηριζόταν στο σχήμα «η Κίνα καλύπτει χάρη στα τεράστια πλεονάσματά της το αμερικανικό χρέος, ώστε να μπορεί να συνεχίσει να πουλάει στην αμερικανική αγορά τα προϊόντα της». Ωστόσο, η ιστορικών διαστάσεων κρίση της τελευταίας τριετίας μετέτρεψε τη συμβιωτική αμερικανοκινεζική σχέση σε ανταγωνιστική - τηρουμένων των αναλογιών, όπως είχε συμβεί με την ευρωαμερικανική σχέση, στην κρίση της δεκαετίας του '70. Ηδη, η Κίνα έχει ξεκινήσει τη διαδικασία της σταδιακής «αποσύζευξης» από την Αμερική, μειώνοντας την κάλυψη του αμερικανικού χρέους και επενδύνοντας περισσότερο στην αχανή, αλλά ατροφική, λόγω χαμηλών ημερομισθίων, εσωτερική της αγορά.

Το ερώτημα, βέβαια, είναι αν η «αποσύζευξη» εξελιχθεί ομαλά, εν είδει συναινετικού διαζυγίου, ή βίαια και καταστροφικά. Στη δεύτερη περίπτωση, είναι βέβαιο ότι θα χυθεί πολύ αίμα και από τις δύο πλευρές, όπως και από τον υπόλοιπο κόσμο. Οπως έγραφε πρόσφατα ο Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας Ιαν Μπρέμερ τους Financial Times: «Η προϊούσα σύγκρουση θα μπορούσε να αποδειχθεί ακόμη περισσότερο επικίνδυνη από τον Ψυχρό Πόλεμο. Οι οικονομικές αποφάσεις των Σοβιετικών δεν είχαν παρά ελάχιστη επίδραση στο βιοτικό επίπεδο της Δύσης. Σήμερα όμως η παγκοσμιοποίηση σημαίνει ότι δεν υπάρχει οικονομικό ισοδύναμο του Τείχους του Βερολίνου. Τίποτα δεν μπορεί να απομονώσει την Κίνα ή την Αμερική από την αναταραχή που θα υποστεί η άλλη πλευρά».