Η αποδόμηση της ελληνικής βιομηχανίας (1980-2000)


της Ελίνας Γαληνού

Η μεταπολεμική εποχή στην Ελλάδα, χαρακτηρίστηκε από την ανάπτυξη της εγχώριας βιομηχανίας . Το γεγονός αυτό οφείλεται αφ΄ ενός στην ιδιωτική πρωτοβουλία και αφ΄ ετέρου σε συγκεκριμένες ευνοϊκές πολιτικές όπως το καθεστώς δασμοπροστασίας (προστατευτικοί δασμοί που αποθάρρυναν τις εισαγωγές και ευνοούσαν την παραγωγικότητα εγχώριων προϊόντων) καθώς και τον νόμο που θέσπιζε «το αφορολόγητο των κερδών της βιομηχανίας» υπό τον όρο να επενδύονται πάλι τα κέρδη στην βιομηχανική δραστηριότητα (Ν 2687/53 και Ν 4171/61). Αυτό αποτέλεσε την κινητήρια δύναμη της ελληνικής βιομηχανίας η οποία πραγματοποιώντας παραγωγικές επενδύσεις, χρηματοδοτούσε παράλληλα και άλλους κλάδους της οικονομίας.
Από το 1974 και μετά που δρομολογείται η ένταξή μας στην ΕΟΚ, το καθεστώς δασμοπροστασίας δεν θα μπορούσε να συνεχιστεί πλέον, ενώ ορισμένες βιομηχανίες που είχαν ευνοηθεί απ΄ αυτό θα αντιμετώπιζαν πρόβλημα βιωσιμότητας. Εκείνη την εποχή, εμφανίζονται και τα πρώτα ανησυχητικά δείγματα για την επιβίωση της ελληνικής βιομηχανίας με την βίαιη απαλλοτρίωση κάποιων μεγάλων βιομηχανικών μονάδων και την απαρχή κλυδωνισμού κάποιων άλλων. Το φαινόμενο αυτό συμπίπτει με την δυναμική ανάπτυξη του συνδικαλιστικού κινήματος καθώς και την δημιουργία ενός διαβρωτικού κλίματος για τους δημιουργούς του πλούτου.
Από το 1981, η πολιτική γραμμή αποσκοπεί να θέσει υπό σκληρό έλεγχο την ιδιωτική πρωτοβουλία περιορίζοντας σημαντικά την δυναμική της. Η απελευθέρωση τιμών και η παραγωγικότητα τίθενται υπό τον έλεγχο του κράτους υπό το επιχείρημα ότι αυτή η τακτική «θα απέβαινε προς όφελος της οικονομίας της χώρας»… «Πρέπει να ελέγχουμε τις παραγωγές ώστε να καθοδηγείται η ιδιωτική πρωτοβουλία ως προς το τι θα παράγει και πού θα το διαθέτει…» δήλωναν οι κυβερνητικοί παράγοντες. Ταυτόχρονα αρχίζει να εφαρμόζεται ο σχεδιασμός «εξυγίανσης των επιχειρήσεων». Τα μέτρα εξυγίανσης του παραγωγικού μηχανισμού όμως, συνοδεύονται από δραστική παρέμβαση του κράτους όσον αφορά την δημιουργία και λειτουργία βασικών βιομηχανιών.
Η κοινωνική πολιτική επιβάλει αύξηση κατωτάτων ημερομισθίων, μείωση των ωρών εργασίας σε 40 ώρες και αυτόματη τιμαριθμική αύξηση αποδοχών (ΑΤΑ). Αυτά βέβαια αποσκοπούσαν στην βελτίωση του εργασιακού καθεστώτος και γι΄αυτό χαιρετίστηκαν με αγαλλίαση από την εργατική τάξη, δικαιολογημένα κατά κάποιον τρόπο. Παράλληλα όμως παραχωρήθηκαν προνόμια στους συνδικαλιστές, καθώς αποφασίστηκε να πληρώνονται από τις επιχειρήσεις για το συνδικαλιστικό τους έργο, χωρίς ωστόσο να συμμετέχουν στην παραγωγική λειτουργία των επιχειρήσεων. Εφαρμόζονται μέτρα προστατευτικά για την απεργία, απαγορεύεται η ανταπεργία και το κλίμα γενικά, ευνοεί ανεξέλεγκτα το εργατικό αίτημα ακόμα και αν είναι καταχρηστικό.
Μέσα σ΄ αυτό το πλαίσιο επιχειρήθηκε η «αναδιάρθρωση της Οικονομίας, ενώ είχε ήδη αρχίσει να εμφανίζεται πτώση της βιομηχανικής παραγωγής και τα προβλήματα των βιομηχανιών πολλαπλασιάζονταν. Οι εκπρόσωποι του βιομηχανικού κλάδου επιχείρησαν να συζητήσουν με την κυβέρνηση ζητώντας σαφείς εξηγήσεις και δεσμεύσεις όσον αφορά την εφαρμοζόμενη πολιτική και τις συνεπαγόμενες συνέπειές της για την ελληνική βιομηχανία και την εν γένει Οικονομία της χώρας.
Η κυβέρνηση όμως προχωρούσε ακάθεκτη στο πρόγραμμα «εξυγίανσης» των επιχειρήσεων Συνέστησε τον Οργανισμό Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων εντάσσοντας σ΄αυτόν έναν μεγάλο αριθμό σημαντικών βιομηχανικών μονάδων της χώρας (κάπου 152), τις οποίες χαρακτήρισε «προβληματικές». Αυτή η μέθοδος αποσκοπούσε να πείσει την κοινή γνώμη ότι όλα γίνονται για τον έλεγχο εθνικών πόρων και την ισοκατανομή του πλούτου. Κάθε επιχείρηση που κρινόταν επιβαρυντική για την οικονομία της χώρας, κυκλωνόταν. Σε κάθε «προβληματική» επιχείρηση θα εφαρμοζόταν καθεστώς εντατικών διαχειριστικών ελέγχων, καταγραφή αδυνάτων σημείων της και ανάληψη δραστικών πρωτοβουλιών για την εξυγίανσή της. Αυτό το πρόγραμμα προωθήθηκε «ως πολύ αποδοτικό», όμως η πράξη απέδειξε το εντελώς αντίθετο. Οι βιομηχανίες που εντάχθηκαν στον ΟΑΕ άρχισαν να υπολειτουργούν, τα χρέη τους άρχισαν να διογκώνονται και το χειρότερο- να συσσωρεύονται στους ώμους του Ελληνικού Δημοσίου.
Στο μεταξύ ενώ οι τιμές προϊόντων έμεναν καθηλωμένες λόγω της αγορανομικής πολιτικής που δεν επέτρεπε αναπροσαρμογή τιμών, το κόστος πρώτων υλών και εργατικών αυξανόταν, δεδομένου ότι με την υποτίμηση του 1983 είχαμε και νέες τιμές συναλλάγματος. Η πολιτική των Τραπεζών, όσον αφορά την παροχή υποστήριξης στην εξόφληση χρεών και την διευκόλυνση αξιοποίησης περιουσιακών στοιχείων των βιομηχανιών, ήταν αρνητική. Οι συνδικαλιστικές πιέσεις ενέτειναν το αρνητικό κλίμα. Ετσι, τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 80, η Ελληνική Οικονομία παρουσίασε σημαντική ύφεση καθώς η επιχειρηματική δραστηριότητα οδηγήθηκε σε μεγάλη συρρίκνωση. Οι προβληματικές βιομηχανίες έγιναν ακόμα πιο προβληματικές μέσα στον ΟΑΕ καθώς οι διαχειριστές που είχαν οριστεί δεν ήξεραν να τις λειτουργήσουν και αυτοσχεδίαζαν συνεχώς. Πολλές άλλες βιομηχανίες που δεν μπήκαν στον ΟΑΕ, αναγκάστηκαν σιγά-σιγά να κλείσουν για να μην παγιδευτούν μέσα στον φαύλο κύκλο δυσλειτουργίας λόγω συνθηκών –απαγόρευσης απολύσεων-συσσώρευσης χρεών-χρεωκοπίας.
Λογικά κάποιοι συμπεραίνουν «αν το σκάνδαλο Κοσκωτά ζημίωσε το Ελληνικό Δημόσιο 30 δις, τι θα έπρεπε να ειπωθεί για τη ζημιά που προκάλεσε η ένταξη των «προβληματικών» στον ΟΑΕ, η οποία επιβάρυνε το κράτος μέσα στην δεκαετία του 80, κάπου δύο τρισεκατομμύρια ; Γι΄αυτήν την τόσο ζημιογόνα στρατηγική, ποιος θα λογοδοτήσει ποτέ; Τι θα έπρεπε ακόμα να ειπωθεί για την πολιτική γενικής αποθάρρυνσης της εγχώριας βιομηχανίας και τις επιπτώσεις της στο εξαγωγικό δυναμικό της χώρας κυρίως;
Το πιο χαρακτηριστικό αποτέλεσμα που διαπιστώθηκε με την πάροδο του χρόνου, είναι ότι η Ελλάδα σήμερα βρίσκεται σε πολύ χαμηλή σειρά από παραγωγική άποψη, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την οικονομική της αυτοδυναμία.
larissaagorakanenas