Η Ελλάδα "αντίπαλος" του G-20


Του Γιάννη Αγγέλη

Η Σύνοδος του G-20 που αρχίζει σήμερα στο Πίτσμπουργκ των ΗΠΑ σκιάζεται από μία επιτυχία αλλά και μία βαθύτατη... ανησυχία.

Όσον αφορά την «επιτυχία», αυτή έχει να κάνει με το γεγονός ότι όλοι λίγο πολύ συμφωνούν ότι τα μέτρα που πάρθηκαν συγχρονισμένα διεθνώς, δηλαδή η διοχέτευση από το κράτος τεράστιας ρευστότητας στο τραπεζικό σύστημα και η στήριξη της καταναλωτικής δαπάνης με χρηματοδότηση από τους κρατικούς προϋπολογισμούς, σταμάτησαν την «ελεύθερη πτώση» των οικονομιών στις αρχές του έτους και προσωρινά απέτρεψαν μία ύφεση χειρότερη από εκείνη του ΄29.

Αυτό έγινε επειδή κυρίως οι ΗΠΑ, η Ε.Ε. και η Ιαπωνία είχαν βγάλει τα μαθήματα από την κρίση του ΄29, αλλά και από εκείνη της δεκαετίας του ΄90 στην Ιαπωνία. Όλοι στο G-20 προς το παρόν τουλάχιστον συμφωνούν σε ένα πράγμα, να κρατήσουν τα «μέτρα» αυτά σε ισχύ «όσο χρειασθεί κάθε χώρα ξεχωριστά...».

Όμως τα «μαθήματα» αυτά έχουν μία... ουρά, η οποία έχει να κάνει με τη βαθύτατη «ανησυχία» που διαχέεται στη διήμερη συζήτηση του G-20, σήμερα και αύριο στο Πίτσμπουργκ.

Τα μαθήματα της κρίσης του ΄29 και όσων ακολούθησαν από τότε αποδεικνύουν, ότι τα μέτρα που έχουν μπει κάθε φορά σε εφαρμογή για να αντιμετωπισθεί μία μεγάλη κρίση δημιουργούν –χωρίς καμία εξαίρεση– το υπόβαθρο μιας ακόμα μεγαλύτερης κρίσης.

Αυτή την φορά μάλιστα το «φαινόμενο» αυτό είναι περισσότερο φανερό από κάθε άλλη και –κυριολεκτικά– έχει υπονομεύσει τις όποιες προθέσεις συναπόφασης και κοινής δράσης στο G-20.

Το ερώτημα στο οποίο καλείται να απαντήσει η Σύνοδος το G-20 είναι το αν και πώς θα μπορούσαν να συντονισθούν οι προσπάθειες όλων των χωρών στο χρόνο και στην έκταση, για να αντιμετωπίσουν τα τεράστια δημόσια και ιδιωτικά χρέη και ελλείμματα που συσσώρευσαν τα «μέτρα» και τα οποία είναι αδύνατο να διατηρηθούν για πολύ ακόμα.

Τα ελλείμματα που έχουν συσσωρευτεί έχει γίνει τεράστια προσπάθεια από τις κεντρικές τράπεζες να «συμπιεσθούν» βραχυπρόθεσμα ως προς το κόστος εξυπηρέτησής τους σπρώχνοντας τα επιτόκια στο μηδέν και αυξάνοντας παράλληλα τη ρευστότητα σε πρωτοφανή επίπεδα με «μη συμβατικά» εργαλεία νομισματικής πολιτικής.

Στοιχεία που έχουν δημοσιευθεί στον διεθνή οικονομικό τύπου δείχνουν για παράδειγμα ότι στις ΗΠΑ η ρευστότητα που έχει ρίξει στο χρηματοπιστωτικό σύστημα η Fed έχει διπλασιασθεί μέσα σε ένα χρόνο, τινάζοντας σε πρωτοφανή ύψη το δημόσιο χρέος και τα ελλείμματα. Ανάλογη είναι η κατάσταση στην Ευρώπη και την Ιαπωνία. Αν, όπως υποστηρίζουν, αυτή η δημοσιονομική και νομισματική «χαλάρωση» δεν «μαζευτεί» έγκαιρα, η δημοσιονομική κρίση και ο πληθωρισμός αποτελούν πλέον την μοναδική προοπτική της επόμενης μέρας σε συνδυασμό με μία νέα κρίση χρέους.

Το πρόβλημα όμως εδώ είναι πως αν στις σημερινές συνθήκες οι κυβερνήσεις τολμήσουν να κάνουν κάτι τέτοιο είναι δεδομένο ότι θα οδηγηθούν οι οικονομίες σε νέο κύκλο ύφεσης και αποπληθωρισμού όπως έγινε όταν το έκανε αυτό η Ιαπωνία το 1998, ή οι ΗΠΑ το 1937 – 39...

Κάπου εδώ εμφανίζεται στο G- 20 και... η Ελλάδα.

Οι αντοχές (επισημαίνουν κείμενα της Συνόδου) της κάθε χώρας είναι διαφορετικές τόσο μεταξύ των χωρών του G-20, όσο –πολύ περισσότερο– μεταξύ των χωρών της Ε.Ε. και του Eurogroup.

Χωρίς να αναφέρεται ονομαστικά η Ελλάδα ή κάποια άλλη χώρα του Eurogroup, σε κείμενα που έχουν πάρει στα χέρια τους οι G-20, επισημαίνεται ότι υπάρχουν μικρότερες χώρες στην Ευρωζώνη οι οποίες «λόγω του πολύ υψηλού χρέους και των ελλειμμάτων που χαρακτήριζαν τις οικονομίες τους πριν από την εκδήλωση της κρίσης είναι πολύ πιθανό να υποχρεωθούν –στο πλαίσιο της ανάλυσης που προαναφέρθηκε– «να κινηθούν ενωρίτερα από τις άλλες για να αποφύγουν αποτυχημένες δημοπρασίες, υποβαθμίσεις πιστοληπτικής ικανότητας και βαθειά δημοσιονομική κρίση...».

Η πρωτοφανής αύξηση του χρέους θα υποχρεώσει ορισμένες χώρες, σημειώνεται, σε δημοσιονομική προσαρμογή σε πολύ κοντινό μέλλον, παρά το γεγονός ότι η αύξηση των φόρων θα μειώσει την καταναλωτική δαπάνη του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα επιβραδύνοντας ακόμα περισσότερο την οικονομική δραστηριότητα.

Αν -όπως παρατηρούν- οι κυβερνήσεις των χωρών αυτών παρ’ όλα αυτά συνεχίσουν στον ίδιο δρόμο με ελλείμματα και χρέη, οι αγορές ομολόγων θα εκδικηθούν βίαια. Οι πληθωριστικές προσδοκίες θα εκτροχιασθούν και τα επιτόκια θα τιναχθούν στα ύψη προκαλώντας ύφεση και πληθωρισμό.

Για τους «άλλους», που δεν βαρύνονταν πριν από την κρίση με μεγάλα δημοσιονομικά προβλήματα, αν η πολιτική που ακολουθήσουν δρομολογήσει με αξιόπιστο τρόπο ένα πρόγραμμα με πρόβλεψη για αύξηση φόρων και μείωση δημόσιων δαπανών μετά το 2011 -όταν όπως εκτιμούν αρχίσει η ανάκαμψη- τότε ίσως οι αγορές τους δώσουν χρόνο βραχυπρόθεσμα για μία πιο χαλαρή δημοσιονομική πολιτική ώστε να στηριχθεί προσωρινά η προσπάθεια οικονομικής ανόρθωσης.

Βέβαια στο G-20 σήμερα και αύριο, οι περιπτώσεις σαν αυτή της Ελλάδας (αλλά και της Ιρλανδίας, Αυστρίας, Βελγίου και Ισπανίας) τοποθετούνται στην περιφέρεια του προβληματισμού που ξεδιπλώνεται, καθώς κεντρικό ερώτημα παραμένει το κατά πόσο μπορεί να υπάρξει μία συντονισμένη «στρατηγική εξόδου» για τις χώρες μέλη του G-20.

Μια στρατηγική που θα επιβάλει μεταξύ άλλων:

- αυστηρή εποπτεία του χρηματοπιστωτικού συστήματος και αύξηση του εποπτικών κεφαλαίων όπως συνιστά η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (ΒΙS) και το Financial Stability Board σε συνδυασμό με
- μία ριζική αναθεώρηση του συστήματος αμοιβών των τραπεζιτών που να αποθαρρύνει δραστικά την βραχυπρόθεσμη κερδοσκοπική κερδοφορία.

Η απάντηση παραμένει και αυτή, τουλάχιστον μέχρι αύριο που θα εκδοθεί η ανακοίνωση της Συνόδου, σαν τον γρίφο του τετραγωνισμού του κύκλου...
capital.gr