Προϊόν αποτυχίας της αγοράς η κλιματική αλλαγή


Έρευνα του ΟΗΕ για την κλιματική αλλαγή αναφέρει ότι υπάρχουν μεγάλα περιθώρια βελτίωσης για την αντιμετώπιση του ζητήματος από τις κυβερνήσεις.

Ιδιαίτερα σημαντική συνιστώσα για την αντιμετώπιση της περιβαλλοντικής κρίσης είναι ο μετριασμός μιας περαιτέρω κλιματικής αλλαγής με τον αναπροσανατολισμό των παγκόσμιων τρόπων παραγωγής και κατανάλωσης προς περισσότερο φιλικά προς το περιβάλλον πρωτογενή εμπορεύματα, μηχανικό εξοπλισμό παραγωγής και καταναλωτικά αγαθά και υπάρχει σημαντική ευκαιρία για τις αναπτυσσόμενες οικονομίες να επωφεληθούν από μια διαρθρωτική αλλαγή προς αυτή την κατεύθυνση, εκτιμά η Διάσκεψη του ΟΗΕ για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη (UNCTAD).

Στην έκθεση «Περιορισμός της Κλιματικής Αλλαγής και Ανάπτυξης»,
sourta-ferta

που δόθηκε σήμερα στη δημοσιότητα, η UNCTAD σημειώνει ότι είναι, πρακτικά αδύνατο να ποσοτικοποιήσει κανείς, με λογικό τρόπο, τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, καθώς αυτό συνεπάγεται ιδιαίτερα μεγάλο χρονικό ορίζοντα και πολύ υποκειμενικές κρίσεις.

Οι αναπτυσσόμενες χώρες διαθέτουν ευρεία γκάμα επιλογών για να συνεισφέρουν στον περιορισμό της κλιματικής αλλαγής, οι οποίες αξίζει να προωθηθούν με τη βοήθεια της διεθνούς κοινότητας, καθώς σε αυτές όπως και τις οικονομίες σε στάδιο μετάβασης οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου έχουν τεθεί πλέον σε απότομα ανοδική τροχιά, εκτιμάται στην έκθεση.

Οι συντάκτες της έκθεσης διαπιστώνουν ότι η κλιματική αλλαγή είναι προϊόν μιας γιγαντιαίας αποτυχίας της αγοράς και εκτιμούν ότι οι προσπάθειες για μετριασμό της απαιτούν, τώρα, σημαντική κυβερνητική δράση σε εθνικό και διεθνές επίπεδο.

Το διεθνές πλαίσιο για κλιματικές πολιτικές είναι ακόμη αδύναμο και χρήζει ενίσχυσης ώστε να διασφαλιστεί η μεγαλύτερη συμμετοχή των αναπτυσσόμενων οικονομιών σε αυτές τις προσπάθειες, λέει η UNCTAD.

Προσθέτει, ωστόσο, ότι αν και η λήψη μέτρων που αυξάνουν τη ζήτηση για ενεργειακές πηγές μικρότερης έντασης άνθρακα ή μηδενικών εκπομπών άνθρακα είναι ουσιώδης σε μια βασισμένη στην αγορά παρέμβαση στην κατεύθυνση του περιορισμού της κλιματικής αλλαγής, τα μέτρα αυτά πρέπει να συνοδευτούν από παρέμβαση στην προσφορά ενέργειας από άλλες πηγές. Κατά συνέπεια, οι παραγωγοί διαφορετικών τύπων καυσίμων πρέπει να εμπλακούν στην εκπόνηση και υλοποίηση διεθνών πολιτικών για τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής, καταλήγουν οι συντάκτες της έκθεσης.

Οι ίδιοι εκτιμούν ότι απαιτούνται περισσότερο δραστήριες πολιτικές για την ενίσχυση της τεχνολογικής προόδου και ότι είναι απολύτως αναγκαία η απευθείας κυβερνητική παρέμβαση.

Θεωρούν οι συντάκτες της έκθεσης ότι η εμπλοκή των αναπτυσσόμενων χωρών στις προσπάθειες μετριασμού της κλιματικής αλλαγής εξαρτάται εν πολλοίς από το πώς θα σχεδιαστούν οι πολιτικές μετριασμού.

Οι πολιτικές αυτές θα πρέπει να διευκολύνουν την πρόσβαση των αναπτυσσόμενων χωρών σε «καθαρές» τεχνολογίες, σε χρηματοδότηση επενδύσεων που στοχεύουν στη μείωση των εκπομπών και σε αποζημίωση για απώλειες εσόδων που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν ορισμένες χώρες ως αποτέλεσμα του αναπροσανατολισμού τους σε άλλους ενεργειακούς πόρους και της διατήρησης του δασικού πλούτου τους, συμπληρώνει η UNCTAD.

Κάθε αναπτυσσόμενη οικονομία ή οικονομία σε μετάβαση θα πρέπει να προσδιορίσει τη δική της στρατηγική για την ενσωμάτωσή της στις αναδυόμενες νέες αγορές για τα νέα προϊόντα που συντελούν στην επίτευξη των στόχων μείωσης των αερίων του θερμοκηπίου, προτείνει η UNCTAD.

Σημειώνει, παράλληλα, ότι η εμπειρία των αναπτυγμένων χωρών δείχνει ότι οι επιτυχημένες βιομηχανικές πολιτικές ενδέχεται να περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την εμπλοκή του δημόσιου τομέα στην έρευνα και ανάπτυξη, την απλοποίηση της πρόσβασης σε δικαιώματα ευρεσιτεχνίας, τη δημοσιονομική και χρηματοοικονομική στήριξη νέων παραγωγικών δραστηριοτήτων, τη διάδοση της πληροφορίας και πολιτικές άμεσων ξένων επενδύσεων.

Η διεθνής κοινότητα μπορεί να στηρίξει μια βιομηχανική ανάπτυξη σε αυτή την κατεύθυνση με το να δώσει στις αναπτυσσόμενες χώρες επαρκή χώρο για χάραξη και υλοποίηση πολιτικών, σε ένα περιβάλλον σχετικών διεθνών συμφωνιών για την κλιματική αλλαγή, το εμπόριο, τις ξένες άμεσες επενδύσεις και τα πνευματικά δικαιώματα.