Αλήθειες και πραγματικότητα.



Σε προηγούμενο άρθρο μας αναφέραμε μεταξύ άλλων ότι υπάρχει ένας αφανής δανεισμός των επιχειρήσεων στη χώρα μας, ο οποίος προέρχεται από τις μεταχρονολογημένες επιταγές, ύψους 300 δις €. Πρόκειται για ένα ποσόν που είναι μεγαλύτερο από το ετήσιο ΑΕΠ (περίπου 241 δις € το 2007) και υψηλότερο από το Δημόσιο Χρέος (257,1 δις € ή 104,3% του ΑΕΠ). Οι μεταχρονολογημένες αυτές επιταγές θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν σαν «πληθωριστικά» χρήματα, αφού κυκλοφορούν και ανταλλάσσονται οπισθογραφημένες. Εκτός λοιπόν από το δημόσιο τομέα, είναι υπερχρεωμένος και ο ιδιωτικός, τουλάχιστον συγκριτικά με τις μεγάλες Οικονομίες της ΕΕ, οπότε κινδυνεύει επίσης – ίσως κατά πολύ περισσότερο. Είχαμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, με την κρίση που αρχίζει να εμφανίζεται και στην Ελλάδα, οι βιομηχανίες πιθανόν θα αυξήσουν τις τιμές πώλησης τους προς το εμπόριο, τουλάχιστον για να καλύψουν τους μεγαλύτερους πιστωτικούς κινδύνους από τις μεταχρονολογημένες επιταγές. Σε τελική ανάλυση λοιπόν, η ζήτηση θα μειώνεται συνεχώς, ενώ οι τιμές των προϊόντων θα αυξάνονται, οπότε θα έχουμε έναν εκρηκτικό μίγμα πληθωρισμού με αποπληθωρισμό, πολύ δύσκολο στη διαχείριση του.

Όπως συμβαίνει σε όλα τα πράγματα, κάποιοι ζημιώνονται

busy bee

και κάποιοι ωφελούνται από τέτοιου είδους καταστάσεις, οι οποίες στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτα άλλο από ευρύτερες αλλαγές. Κατά την άποψη μας, οι επιχειρήσεις που σίγουρα ωφελούνται είναι αυτές που εισάγουν και πουλούν τα εμπορεύματα τους μόνες τους (για παράδειγμα οι ξένες αλυσίδες λιανικής, όπως οι Lidl, Ikea, Media Markt κ.α.), αφού στο μέλλον θα αγοράζουν τα προϊόντα τους σε ακόμη φτηνότερες τιμές λόγω αποπληθωρισμού στο εξωτερικό, ενώ θα τα πουλούν ακριβότερα, λόγω του ιδιότυπου πληθωρισμού στο εσωτερικό.

Εκτός αυτού, θα αγοράζουν όλο και περισσότερους «κωδικούς» από το εξωτερικό, αφού η ελληνική βιομηχανία θα γίνεται όλο και λιγότερο ανταγωνιστική, τόσο από τις «μικροοικονομικές», όσο και από τις «μακροοικονομικές» συνθήκες που θα επικρατούν στη χώρα μας. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με μία πιθανή έκρηξη των μεταχρονολογημένων επιταγών, είτε λόγω της πιστωτικής συρρίκνωσης των τραπεζών, είτε για άλλες αιτίες, θα σημάνει τη μαζική χρεοκοπία πολλών επιχειρήσεων, μεταξύ άλλων των βιομηχανιών και του χονδρικού εμπορίου. Κατά την άποψη μας, όσο περισσότερο «βάλλεται» η εμπορική πίστη διεθνώς, τόσο πιο επικίνδυνη είναι η κατάρρευση της ελληνικής αγοράς των μεταχρονολογημένων επιταγών...

Δυστυχώς, μία τέτοιου είδους «ζοφερή» προοπτική, δεν είναι μόνο για τις ελληνικές επιχειρήσεις καταστροφική, αλλά και για το ελληνικό Δημόσιο. Όπως είναι γνωστό το ΑΕΠ (Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν), το σύνολο δηλαδή όλων των προϊόντων και αγαθών που παράγει μια οικονομία εκπεφρασμένο σε χρηματικές μονάδες, είναι η συνισταμένη:

α) της κατανάλωσης, της δαπάνης δηλαδή που πραγματοποιούν τα νοικοκυριά για την αγορά αγαθών και υπηρεσιών (προφανώς θα μειωθεί)

β) της επένδυσης, της δαπάνης δηλαδή για την αγορά κεφαλαιουχικού εξοπλισμού, αποθεμάτων και κτιρίων συμπεριλαμβανόμενης και της δαπάνης για την αγορά νέων κατοικιών (επίσης προφανώς θα μειωθεί, πόσο μάλλον όταν ανέκαθεν είχαμε από μειωμένες έως ανύπαρκτες επενδύσεις από τις ξένες χώρες)

γ) των δημοσίων δαπανών, αυτών δηλαδή για την αγορά αγαθών και υπηρεσιών, τις οποίες πραγματοποιούν η τοπική αυτοδιοίκηση και οι κυβερνήσεις, όπως για παράδειγμα η αγορά αμυντικού εξοπλισμού και

δ) των καθαρών εξαγωγών, των δαπανών δηλαδή για την αγορά αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται στην εγχώρια οικονομία και αγοράζονται από αλλοδαπούς (εξαγωγές), μείον τη δαπάνη για την αγορά ξένων αγαθών (εισαγωγές) και υπηρεσιών που πωλούνται στην εγχώρια οικονομία (και εδώ θα έχουμε προφανώς μείωση, αφού ήδη διαφαίνεται από τις εξαγωγές και προβλέπεται ως άνω για τις εισαγωγές).

Με βάση αυτά που έχουμε ήδη αναφέρει, αλλά και με τα απλά συμπεράσματα μας, τουλάχιστον οι τρείς από τις τέσσερις αυτές συνιστώσες (μοναδική πιθανή εξαίρεση οι δημόσιες δαπάνες) θα πάψουν να αυξάνονται - αν δεν διαγράψουν αρνητική πλέον πορεία. Επομένως, το ΑΕΠ πιθανότατα δεν θα συνεχίσει την αυξητική του πορεία και δεν θα είναι 298 δις €, όπως είχε προβλέψει το ΔΝΤ το 2007 (με 1,30 το $). Όμως, το δημόσιο χρέος (η πορεία του οποίου είναι συνυπεύθυνη για τα επιτόκια δανεισμού της χώρας μας, την πιστοληπτική αξιολόγηση της κλπ), προσδιορίζεται σαν ποσοστό του ΑΕΠ, οπότε η συγκριτική αύξηση του είναι εξαιρετικά πιθανή, ακόμη και αν περιοριστούν οι δημόσιες δαπάνες

Ο προσδιορισμός αυτός του Δημοσίου Χρέους σαν ποσοστό επί του ΑΕΠ, είναι (σχετικά) κάτι ανάλογο, σαν να προσδιορίζει μία ιδιωτική επιχείρηση τα χρέη της ως ποσοστό επί του ετησίου τζίρου της (δυστυχώς τα χρέη πολλών ελληνικών επιχειρήσεων ξεπερνούν τον ετήσιο τζίρο τους) και όχι σαν αυτού καθ’ εαυτού απόλυτο μέγεθος. Στην περίπτωση αυτή, ο μόνος τρόπος για να μειώσει η επιχείρηση το «δείκτη» είναι είτε η αύξηση του τζίρου της, είτε η μείωση των χρεών της. Η αύξηση όμως του τζίρου της, εάν δεν είναι αντίστοιχα κερδοφόρα, τελικά οδηγεί σε έναν μάλλον πλασματικό δείκτη ευρωστίας που σε κάποια στιγμή, εάν επιδεινωθούν οι γύρω συνθήκες, οδηγεί στην ανεπίστρεπτη χρεοκοπία της.

Μπορεί λοιπόν η Ελληνική Οικονομία (Δημόσιος και Ιδιωτικός τομέας) να αυξήσει το «τζίρο» της κερδοφόρα, κάτω από τις σημερινές συνθήκες της διεθνούς οικονομικής κρίσης; Εάν προστεθεί ο κρυφός δανεισμός των επιχειρήσεων (μεταχρονολογημένες επιταγές) στα υπόλοιπα προβλήματα που υπάρχουν, είναι δυνατόν να αυξηθεί ένας «τζίρος», ο οποίος όχι μόνο στηρίζεται σε υπερβολικά χρέη, αλλά προϋποθέτει περεταίρω πιστώσεις, εν μέσω μίας παγκόσμιας πιστωτικής συρρίκνωσης; Δεν θα χαρακτηριζόταν κάτι τέτοιο σαν «φυγή προς τα εμπρός», όπως η κατάσταση εκείνη δηλαδή που γνωρίζουμε από τις επιχειρήσεις ότι συμβαίνει συχνά, λίγο πριν από τη χρεοκοπία τους;

Από την άλλη πλευρά, μπορεί η Ελληνική Οικονομία (ξανά Δημόσιος και Ιδιωτικός τομέας) να μειώσει τα χρέη της, ευρισκόμενη ουσιαστικά (ρεαλιστικά) σε αδυναμία να αυξήσει το τζίρο της, διατηρώντας μεταφορικά μία υγιή κερδοφορία; Είτε μπορεί όμως, είτε δεν μπορεί, δεν είναι σε τελική ανάλυση υποχρεωμένη να το κάνει; Εάν δεν το κάνει μόνη της, δεν θα αναγκαστεί από «τρίτους» αφού, η χώρα τουλάχιστον, δεν μπορεί να κλείσει, όπως μία ιδιωτική επιχείρηση; Εάν οι «τρίτοι» αυτοί θα είναι η ΕΕ ή το ΔΝΤ (Διεθνές Νομισματικό Ταμείο), αλλάζει τίποτα στα επώδυνα μέτρα που τελικά θα πρέπει να ληφθούν;

Ενδεχομένως λοιπόν, από τη μία πλευρά θα αντιμετωπίσουμε ένα κύμα χρεοκοπίας πολλών ελληνικών επιχειρήσεων, προφανώς με αντικατάσταση των απαραίτητων για τη λειτουργία της αγοράς από ξένες, ενώ από την άλλη μία επίσης αντικατάσταση σε κρατικό επίπεδο (πλήρη υποταγή στις οδηγίες της ΕΕ ή του ΔΝΤ), σε συνθήκες μίγματος πληθωρισμού των προϊόντων πρώτης ανάγκης και αποπληθωρισμού των υπολοίπων αξιών (μετοχές, ακίνητα, εργασία κλπ). Ένα τέτοιο ενδεχόμενο δεν θα σήμαινε απότομη υποβάθμιση του επιπέδου ζωής μας, μέσα από μία επώδυνη πτώση αναζήτησης ενός νέου σημείου ισορροπίας της οικονομίας και της κοινωνίας μας εν γένει;

Κατά την άποψη μας, αφού έτσι και αλλιώς θα βρεθούμε αντιμέτωποι με το πρόβλημα, θα ήταν καλύτερο να το αντιμετωπίσουμε άμεσα, θαρραλέα και μόνοι μας, χωρίς να αναγκαστούμε να υποταχθούμε σε ξένους «εισβολείς». Προϋπόθεση είναι βέβαια η επανάκτηση της εθνικής μας υπερηφάνειας, την οποία δυστυχώς θυσιάσαμε στο βωμό της άμετρης κατανάλωσης, της μειωμένης παραγωγικότητας και της εμμονής μας να πιστεύουμε στον «από μηχανής Θεό» (στο θείο από την Αμερική ή στον πολιτικό της συναλλαγής), αυτόν δηλαδή που εμφανίζεται πάντοτε την τελευταία στιγμή για να μας σώσει από το χείλος του γκρεμού.

Όπως μία επιχείρηση που βρίσκεται αντιμέτωπη με τη χρεοκοπία, οφείλουμε να δεχτούμε τα λάθη μας με την απαραίτητη αυτοκριτική - αυτή δηλαδή που δεν μας οδηγεί στη μίζερη ενοχοποίηση τρίτων για τα δικά μας σφάλματα, αλλά στη λήψη άμεσων μέτρων αναστροφής της πορείας. Στη συνέχεια, πρέπει να κάνουμε το πρόγραμμα μας αποδεχόμενοι έναν πολύ χαμηλότερο τζίρο (ΑΕΠ) και να περιορίσουμε δραστικά τα έξοδα μας (δημόσιες και ιδιωτικές δαπάνες), αφού μόνο έτσι θα διατηρήσουμε εμείς τις επιλογές, τον έλεγχο δηλαδή του κράτους και της κοινωνίας μας, τον οποίο κινδυνεύουμε να μας τον στερήσουν οι ξένοι.

Για να τα καταφέρουμε, δεν χρειαζόμαστε απλά την αυτονόητη συναίνεση των πολιτικών κομμάτων που ζήτησε πρόσφατα ο Πρωθυπουργός, αλλά μία πραγματικά εθνική ομοψυχία, μία «συστράτευση» όλων μας ανεξαιρέτως – πολιτικών, επιχειρηματιών, ιδιωτών. Τόσο το κράτος μας, όσο οι επιχειρήσεις και ο λαός στο σύνολό του χρειάζονται σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε, ένα «Crisis Management» υψηλής ποιότητας και απόλυτης πειθαρχίας/συνοχής. Το κράτος οφείλει να παραμείνει δικό μας, οι ελληνικές επιχειρήσεις επίσης – οπότε πρέπει να παραμερίσουν εντελώς τα πάσης φύσεως προσωπικά συμφέροντα, αυτά δηλαδή που στηρίζουν το κέρδος του ενός στη ζημία του άλλου.

Περαιτέρω, γνωρίζοντας ότι σε κάθε κρίση υπάρχουν πολλές ευκαιρίες, αφού αλλαγή σημαίνει ταυτόχρονα αναδιανομή, ίσως μέσα από τις σημερινές συνθήκες μπορέσουμε να κερδίσουμε τη θέση που μας αξίζει, αφού αυτό που μας λείπει δεν είναι η έμφυτη δημιουργικότητα, αλλά η επίκτητη μεθοδικότητα. Αντιμετωπίζοντας τη διεθνή κρίση και την εθνική χρεοκοπία όχι παθητικά, αλλά σαν πρόκληση και ευκαιρία, μόνο τώρα μπορούμε να αλλάξουμε ριζικά το αρρωστημένο σύστημα που τόσα χρόνια ταλαιπωρεί τη χώρα μας, χαράσσοντας μία εντελώς νέα πορεία.

Η διαφθορά πρέπει να εκλείψει εντελώς, η πολιτική συναλλαγή να σταματήσει, η μεγάλη φτώχεια και ο υπερβολικός πλούτος να πάψουν να υπάρχουν. Η απασχόληση των ιθυνόντων με τις «λεπτομέρειες» (όπως για παράδειγμα με το κλείσιμο όλων των φροντιστηρίων, με τη σωστή εκπαίδευση για όλους, με την Υγεία, με την εξάλειψη της γραφειοκρατίας κλπ) θα πρέπει να είναι πρώτης προτεραιότητας.

Τα μεγάλα πολιτικά κόμματα πρέπει να πάψουν να μας κουράζουν με τα κοινότυπα «προγράμματα ιδεών» που εμφανίζουν κάθε φορά (όπως και στις επιχειρήσεις, οι δημιουργικές σκέψεις και οι Ιδέες ανήκουν στο πεδίο των μικρών κομμάτων) και να μας προτείνουν πια Οργανογράμματα για όλες τις δημόσιες θέσεις, ειδικά για αυτές των δημοσίων επιχειρήσεων (υφισταμένων και μελλοντικών). Η χώρα μας διαθέτει εξαιρετικά, ικανότατα άτομα που δυστυχώς όχι μόνο αποφεύγουν, αλλά στην κυριολεξία σιχαίνονται την Πολιτική.

Μόνο ο ηγέτης εκείνος που θα κατορθώσει να πείσει όλα αυτά τα άτομα να συμμετέχουν ενεργητικά στα «κοινά», καταλαμβάνοντας τις κατάλληλες θέσεις στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, θα μπορέσει να μας πείσει ότι θα βγούμε πραγματικά από το τέλμα. Πολύ περισσότερο όταν τα πραγματικά ικανά άτομα δεν υποκινούνται (motivation) από τις υψηλές αμοιβές, που προφανώς δεν μπορούν να προσφερθούν, αλλά από τις έντιμες προκλήσεις (για παράδειγμα. η διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων από τη χώρα μας ήταν μία έντιμη πρόκληση), αρκεί φυσικά να μην γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης.

Έτσι θα μετατρέψουμε την κρίση σε ευκαιρία, αφού η ίδια η «ρηχή» οικονομία μας, το ελάττωμα μας δηλαδή σε περιόδους παγκόσμιας ανάπτυξης, μας προσφέρει όλες τις προϋποθέσεις σε περιόδους παγκόσμιας συρρίκνωσης. Σε αντίθεση με τις μεγάλες χώρες, οι οποίες ναι μεν διαθέτουν πλούτο, αλλά δεν είναι καθόλου ευέλικτες (κατά την άποψη μας θα τα καταφέρουν μόνο εάν δημιουργήσουν σύγχρονες αποικίες μέσω οικονομικών «κατακτήσεων» και αυτό ακριβώς επιδιώκουν σιωπηρά), η χώρα μας μπορεί πολύ πιο εύκολα να διαχειριστεί την κρίση, αρκεί να αντισταθεί σωστά στην πιθανή επερχόμενη «αποικιοποίηση» της, ενεργώντας γρήγορα, σοβαρά, με σύνεση, με συνέπεια και με τη συναίνεση όχι μόνο των πολιτικών κομμάτων, αλλά όλων μας.

Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.