Ρομποτικοί πυροσβέστες


Μια ομάδα τεσσάρων... ρομποτικών πυροσβεστών παρουσίασε πριν από λίγο καιρό η εταιρεία QinetiQ, οι οποίοι μάλιστα θα είναι υπεύθυνοι για επικίνδυνα περιστατικά στην πόλη του Λονδίνου.

Η ομάδα-«αστραπή» αποτελείται από το Ταλόν,



το Μπάισον, το Μπλακ Μαξ και το Μπροκ και ειδικεύεται κυρίως σε πυρκαϊές που αφορούν κυλίνδρους αποθήκευσης αερίων, όπως π.χ. φιάλες ασετυλίνης. Το καθένα από αυτά τα υπερσύγχρονα ρομποτάκια διαθέτει έναν ξεχωριστό ρόλο στη «μάχη» με τις φλόγες.

Το Ταλόν, για παράδειγμα, παρά το μικρό του μέγεθος έχει τη δυνατότητα να τρυπώνει οπουδήποτε. Χάρη στο προηγμένο σύστημα κίνησής του μπορεί να ανέβει σκάλες ή να μπει σε υπερβολικά στενούς χώρους, ενώ η κάμερα θερμικής απεικόνισης που διαθέτει καταγράφει ανά πάσα στιγμή τι ακριβώς συμβαίνει στο μέτωπο της πυρκαϊάς. Αμέσως μετά ακολουθεί το Μπάισον, ένα ελαφρώς μεγαλύτερο ρομπότ εξοπλισμένο στους βραχίονές του με όλα τα απαραίτητα εργαλεία για την εύκολη είσοδό του σε χώρους αποθήκευσης αερίων.

Τρίτο στη σειρά έρχεται το μικρό Μπλακ Μαξ σε ρόλο πραγματικού πυροσβέστη. Το τετρακίνητο όχημα με δυνατότητα τηλεχειρισμού μεταφέρει μια μάνικα και καταβρέχει τα ευρήματα που κρίνονται ως επικίνδυνα. Τέλος, το Μπροκ αποτελεί ένα πανίσχυρο εργαλείο εκσκαφής που λαμβάνει εντολές εξ αποστάσεως και μπορεί να εφαρμοσθεί στις ειδικές δαγκάνες μεταφοράς των επικίνδυνων κυλίνδρων.

Σύμφωνα με τους ειδικούς, η ύπαρξη ασετυλίνης αυξάνει κατακόρυφα την πιθανότητα έκρηξης, με αποτέλεσμα η πυρόσβεση από άνδρες της πυροσβεστικής δύναμης να αποτελεί ιδιαίτερα επικίνδυνο εγχείρημα. Μάλιστα πολλές φορές αυτό συνεπάγεται ακόμη και την απομόνωση περιοχών για 24 ολόκληρες ώρες.

«Τα τελευταία πέντε χρόνια αντιμετωπίσαμε στο Λονδίνο συνολικά 471 περιπτώσεις με κυλίνδρους αποθήκευσης αερίων, από τις οποίες οι 91 αφορούσαν 128 φιάλες ασετυλίνης» αναφέρει ο κ. Γκάρι Γκάνιον, επικεφαλής της Ομάδας Εξουδετέρωσης Επικίνδυνων Υλών του Πυροσβεστικού Σώματος του Λονδίνου. «Με τη βοήθεια των ρομπότ είχαμε πολύ θετικά αποτελέσματα στην περιοχή του Λονδίνου. Ως τώρα η αντιμετώπιση τέτοιων περιπτώσεων χρειαζόταν περισσότερο από 24 ώρες, ενώ τώρα μπορούμε να τις επιλύσουμε μέσα σε λιγότερο από τρεις ώρες» εξηγεί ο ειδικός.

tovima.gr