«Το απαραίτητο σκάνδαλο»



Του Αντώνη-Μάριου Παπαγιώτη

“Σε ένα από τα κείμενά σας αναφέρεστε στη δημοκρατία ως «απαραίτητο σκάνδαλο». Τι εννοείτε;”, ρωτά η δημοσιογράφος της Καθημερινής, κ. Βανέσσα Θεοδωροπούλου, τον Ζακ Ρανσιέρ και εκείνος, με ένα αφαιρετικό ρεαλισμό που αφοπλίζει και σαγηνεύει, απαντά:
“Θέλησα να υπενθυμίσω ότι ζούμε σ’ έναν κόσμο όπου η δημοκρατία μοιάζει με κάτι το απολύτως αποδεκτό κι ότι ταυτίζουμε συχνά τη δημοκρατία με μια μορφή διακυβέρνησης των πλούσιων κρατών. Αναφερόμαστε στις δημοκρατίες (στον πληθυντικό) και εννοούμε τα πλούσια κράτη. Εκείνο που ήθελα να επισημάνω είναι ότι δεν είναι τόσο αυτονόητο, και ότι γι’ αυτούς που επινόησαν τη δημοκρατία στην Αρχαία Ελλάδα, δεν επρόκειτο για μια μορφή άσκησης της πολιτικής μεταξύ άλλων, αλλά για την εξουσία αυτών που δεν είναι τίποτα, που δεν έχουν καμία δικαιοδοσία στην άσκηση της εξουσίας. Για τον Πλάτωνα η δημοκρατία είναι λίγο ο νόμος των αποβρασμάτων, η ικανοποίηση αυτών που θέλουν απλά να κάνουν ό,τι τους έρθει. Είναι σαν αυτό που έλεγε ο Σαρκοζί για τους ανθρώπους των προαστίων: «Δεν θα αφήσουμε τα αποβράσματα να μας επιβληθούν!» Γι’ αυτούς τους ανθρώπους, ακόμα και το λαϊκό κοινοβούλιο, η Αγορά, δεν ήταν παρά η εξουσία των αποβρασμάτων. Ήθελα λοιπόν να υπενθυμίσω λίγο αυτή τη σκανδαλώδη πλευρά της δημοκρατίας, την οποία θα έπρεπε να επαναφέρουμε στη σκηνή. Είναι χαρακτηριστικό ότι λέμε μεν ότι ζούμε σε κοινωνίες δημοκρατικές, συγχρόνως βομβαρδιζόμαστε συνεχώς από κριτικές, από τη μια από ανθρώπους των κύκλων εξουσίας που στηλιτεύουν τις «υπερβολές» του πολιτεύματος (ανοχή κλπ) και από την άλλη, διάφορους διανοούμενους από το χώρο τόσο της Αριστεράς όσο και της Δεξιάς, που θεωρούν ότι η δημοκρατία δεν είναι παρά η καταστροφή του πολιτισμού και της κουλτούρας, η απώλεια κάθε συμβολικής τάξης ή ακόμα ένας σκέτος καταναλωτισμός, η νομιμοποίηση του μαζικού ατομισμού.”.
Ημέρα εξέγερσης σήμερα, καθεστωτικής και υποκινούμενης, επετειακής και αυθορμήτως εκφρασμένης, οργανωμένης και ευκαιριακής, συμβολικής και συνηθισμένης, λογικής αιτίας και παράλογης βίας, ημέρα που τα λόγια του εμψυχωτή της ομάδας "Λογικές εξεγέρσεις", έχουν σημαίνουσα αξία. O Ζακ Ρανσιέρ (γαλλ. Jacques Rancière), γεννημένος το 1940 στην Αλγερία, είναι γάλλος φιλόσοφος και ομότιμος καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού (St. Denis). Έγινε ευρύτερα γνωστός για τη συγγραφή του βιβλίου «Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο» (1968) και το ιδιαίτερα εκτενές έργο του επικεντρώνεται σε μια προσπάθεια εκ νέου επεξεργασίας της παράδοσης της χειραφέτησης, καθώς και στη διερεύνηση των σχέσεων μεταξύ αισθητικής και πολιτικής. Από τους πιο ενδιαφέροντες εκπροσώπους της ριζοσπαστικής μετα-μαρξιστικής σκέψης. Στις αναλύσεις του θέτει ζητήματα όπως η έννοια του πολιτικού σήμερα, η Δημοκρατία (βλ. «Το Μίσος της Δημοκρατίας», 2005), ή η κυρίαρχη ιδεολογία της συναίνεσης, πάντα με στόχο την ανατροπή στερεότυπων αντιλήψεων και αναπαραστάσεων των κοινωνικών ομάδων. Το αίτημα της χειραφέτησης, η αμφισβήτηση των παραδοσιακών αντιλήψεων περί παιδαγωγικής (βλ. «Ο αδαής δάσκαλος», 1987, ελλην. εκδ. Νήσος), καθώς και η ιστορία των επαναστάσεων και των ουτοπιών βρίσκονται επίσης στο επίκεντρο των ερευνών του. Ένα επίκεντρο που το εύρος του θα μπορούσε να εκτίνεται σε όλη την σύγχρονη νεοελληνική ιστορία και κάλλιστα θα μπορούσε να αποτελεί ιδανικό πεδίο ερευνών, ότι εσύ σήμερα βιώνεις. Σημείωσε ότι δεν είχε γνώση ιδιαίτερων παραδειγμάτων που λαμβάνουν χώρα στο τόπο, όπως παράνομες άδειες σε φορτηγά με υπουργικές αποφάσεις, γάμοι στα Παρίσια υπέρογκων εξόδων από Υπουργούς χωρίς πρότερα ένσημα που τώρα εμφανίζονται ως μυστικοσύμβουλοι άλλων υπουργών, νεότερων, γάμοι μεσαζόντων με ποσοστά εξοπλισμών που τώρα δίνουν συμβουλές για την οικονομία, αφού πρώτα την αφαίμαξαν. «Αποβράσματα» που εγκληματούν εις βάρος του πολίτη, αλλά και συμβοηθούμενοι απ’ αυτόν, αναγάγουν τον ατομισμό σε in τάση μίμησης. Φοβούμενοι δια τους υιούς των, αρθρογραφούν για την ανεπάρκεια του γερμανικού συστήματος, ενός συστήματος που την επιτυχία πολιτικής διαφάνειας επί τούτου προσπερνούν. Άνθρωποι ανεπάγγελτοι, που δίχως να γνωρίζουν γλώσσες ξένες, σου ζητούν να υπερασπιστούν το συμφέρον σου στην οικουμένη. Κι ύστερα, βλακωδώς απορείς, που σπαταλάς το σάλιο της δικής σου γλώσσας και παρέμεινες «στεγνός»..