Η "μαγεία" του θαλάσσιου βυθού στις προθήκες ενός μουσείου


"Τα πιο νόστιμα κορίτσια τα 'δα στην Παλιοκαστρίτσα, και τα ψάρια τα πιο φρέσκα τα 'χει μόνο η Μπενίτσα", τραγουδούσε η Ρένα Βλαχοπούλου στην ταινία "η Κόμισα της Κέρκυρας". Σήμερα, οι Μπενίτσες κρύβουν όλη τη μαγεία του θαλάσσιου βυθού σ' ένα μοναδικό σε ποιότητα μουσείο, το "Μουσείο Θαλάσσης", που ταξιδεύει νοερά τον επισκέπτη στο Μεσόγειο και τις θάλασσες του Ινδικού και του Ειρηνικού Ωκεανού.
ANA-MPA

Συλλογές από κοχύλια, απολιθώματα, σφουγγάρια, κοράλλια, ταριχευμένα ψάρια, αστακούς, καβούρια,φίδια, καρχαρίες και σαγόνια καρχαριών και αχινούς έχουν αναδυθεί από το βυθό για να μυήσουν τον επισκέπτη στον θαυμαστό κόσμο της θαλάσσιας ζωής.
Το μουσείο αποτελεί την υλοποίηση του οράματος ενός ανθρώπου, του Ναπολέοντα Σαγιά, ο οποίος, όταν επέστρεψε στην Κέρκυρα, το 1989, από την Αυστραλία, όπου ζούσε επί 20 χρόνια, αποφάσισε να δώσει "σάρκα και οστά" στη μεγάλη του αγάπη για τη θάλασσα, με τη δημιουργία αυτού του μουσείου.
Όπως είπε στο Εθνικό Πρακτορείο Ειδήσεων, βρέθηκε στην Αυστραλία ως μετανάστης το 1970 και ξεκίνησε να συλλέγει ως χόμπι κοχύλια από την ηλικία των 22 ετών, ενώ δύο χρόνια αργότερα άρχισε να εκδηλώνει επαγγελματικό ενδιαφέρον για τη συλλογή κοχυλιών.

Στο πλαίσιο αυτό, ταξίδεψε με την ομάδα του στον Ινδικό και τον Ειρηνικό Ωκεανό, κάνοντας καταδύσεις και συλλέγοντας όστρακα και όπως είπε, αφού επισκέφθηκε
διάφορα μουσεία και συλλογές και έπειτα από παρότρυνση κάποιων φίλων αποφάσισε να μείνει στην Αυστραλία για να πλουτίσει τη συλλογή του, ώστε, στη συνέχεια, να επιστρέψει στην Κέρκυρα, την πατρίδα του, και να δημιουργήσει ένα μουσείο.
Το μεγαλύτερο μέρος από τα εκθέματα του μουσείου-σε ποσοστό 60%- το έχει συλλέξει ο ίδιος από την Αυστραλία, τις Φιλιππίνες, τα Σαμόα, τα Φίτζι, το Κοραλλιογενές Φράγμα της Αυστραλίας και από άλλα μέρη, όπου αγόραζε κοχύλια για να εμπλουτίσει τη συλλογή του.
Στο μουσείο, ο επισκέπτης μπορεί να θαυμάσει ένα μοναδικό έκθεμα-το κοχύλι "Κυπραία Φουλτόνι" (Cypraea Fultoni) της οικογένειας Cypraeidae που είναι ένα από τα σπανιότερα στον κόσμο.
Το κοχύλι αυτό, όπως μας εξήγησε ο κ. Σαγιάς, έχει καταχωρηθεί στο βιβλίο των ρεκόρ Γκίνες, καθώς το πρώτο που πουλήθηκε "άγγιξε" την τιμή των 24.000 δολαρίων.
Ο ίδιος αγόρασε αυτό το σπάνιο κοχύλι στη Μοζαμβίκη από ψαράδες, αφού ο μοναδικός τρόπος για να το βρει κάποιος είναι να είναι τόσο τυχερός ώστε να είναι στην κοιλιά κάποιου ψαριού που έχει πιάσει στα δίχτυα του.
Το κοχύλι αυτό απαντάται στο βυθό, σε βάθος 30 με 50 μέτρα, στη Μοζαμβίκη και στη Μαδαγασκάρη.
Ένα σπάνιο, επίσης, έκθεμα στο μουσείο είναι το κοχύλι "Melo amphora" της οικογένειας "Volutidae", που ίσως να αποτελεί το μεγαλύτερο κοχύλι στον κόσμο στη συγκεκριμένη οικογένεια.

Ο κ. Σαγιάς έχει ήδη κάνει αίτηση για καταχώρηση στο βιβλίο των ρεκόρ Γκίνες για το συγκεκριμένο κοχύλι, που το βρήκε στο νησί Ροζμαρί στο αρχιπέλαγος Ντάμπιερ, 1.500 χλμ βόρεια του Περθ της Αυστραλίας, στον Ινδικό Ωκεανό.
Στο μουσείο συναντάμε, επίσης, το ομορφότερο κοχύλι στον κόσμο, το Haliotis iris ή Πάουα της οικογένειας Haliotidae, που προέρχεται από τη Νέα Ζηλανδία και το κοχύλι Tridacna gigas, που ζυγίζει 65 κιλά, καθώς και άλλα, δηλητηριώδη κοχύλια από τροπικές θάλασσες.
Ταριχευμένα ψάρια, μικροί και μεγάλοι καρχαρίες από τροπικές θάλασσες και από τη Μεσόγειο-ανάμεσα τους και ένας γαλάζιος καρχαρίας 3,8 μέτρων καθώς και πάνω από 20 σαγόνια καρχαριών, είναι μεταξύ των πολλών εκθεμάτων του μουσείου.
Ο κ. Σαγιάς μας είπε ότι απέκτησε τον γαλάζιο καρχαρία από έναν ψαρά, στην Αθήνα, μέσω πρωινής τηλεοπτικής εκπομπής, ενώ η αναζήτησή του για νέα εκθέματα είναι συνεχής.
Το μουσείο επισκέπτονται τακτικά και σχολεία και στο χώρο υπάρχουν αναμνηστικά αλλά και κοχύλια για συλλέκτες.
Στο μουσείο έχει απονεμηθεί βραβείο το 1998 από το Ινστιτούτο Ερευνών I.R.E.D.A. της Ιταλίας για τη συνολική προσφορά του.

ΑΠΕ-ΜΠΕ, της Ολίνας Καρβουνιάρη